<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΒΙΒΛΙΑ &#8211; Allgood.gr</title>
	<atom:link href="https://allgood.gr/%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b1/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://allgood.gr</link>
	<description>Νιώθεις Ασφαλής...</description>
	<lastBuildDate>Fri, 19 Dec 2025 14:54:58 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0</generator>

<image>
	<url>https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/11/cropped-logo-e1731422170908-32x32.webp</url>
	<title>ΒΙΒΛΙΑ &#8211; Allgood.gr</title>
	<link>https://allgood.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»</title>
		<link>https://allgood.gr/o-antonis-doundoulakis-parousiazei-to-neo-tou-mythistorima-i-kardia-tis-sofias/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Allgood.gr]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 19 Dec 2025 14:33:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[LIFESTYLE]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΥΝΑΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=21293</guid>

					<description><![CDATA[<p>Λίγο πριν τη δυση  του 2025, ο Αντώνης Δουνδουλάκης, γνωστός για την πολυετή πορεία του στον ασφαλιστικό κλάδο αλλά και για τη βαθιά του αγάπη στη λογοτεχνία, επιστρέφει με ένα ώριμο και συγκινητικό έργο. Το νέο του μυθιστόρημα, «Η Καρδιά της Σοφίας», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Proforma και μας συστήνει μια ηρωίδα που αφήνει ανεξίτηλο &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/o-antonis-doundoulakis-parousiazei-to-neo-tou-mythistorima-i-kardia-tis-sofias/">Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div><b data-olk-copy-source="MessageBody">Λίγο πριν τη δυση  του 2025, ο Αντώνης Δουνδουλάκης, γνωστός για την πολυετή πορεία του στον ασφαλιστικό κλάδο αλλά και για τη βαθιά του αγάπη στη λογοτεχνία, επιστρέφει με ένα ώριμο και συγκινητικό έργο. Το νέο του μυθιστόρημα, «Η Καρδιά της Σοφίας», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Proforma και μας συστήνει μια ηρωίδα που αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα στον αναγνώστη.</b></div>
<div><b>Η Σοφία μεγαλώνει σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες περιορίζονται από αυστηρούς κανόνες και προκαθορισμένους ρόλους. Ο γάμος της γίνεται μια υποχρέωση, η ζωή της γεμίζει σιωπές και περιορισμούς. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από τις δυσκολίες, η Σοφία αναδεικνύεται σε σύμβολο δύναμης και αντοχής: αντιστέκεται αθόρυβα, αγαπά βαθιά και μετατρέπει τον πόνο σε φως για τον κόσμο γύρω της.</b></div>
<div><b>Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, το βιβλίο αυτό είναι «ένα από τα μικρά μου διαμάντια», ένα έργο που προσφέρει όχι απλώς μια ιστορία, αλλά μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία. Μέσα από τις σελίδες του, ο αναγνώστης συναντά την ανθρώπινη αντοχή, τη γυναικεία αξιοπρέπεια και τη δύναμη της σιωπηρής αγάπης.</b></div>
<div><b>Το μυθιστόρημα «Η Καρδιά της Σοφίας» από τις εκδόσεις PROFORMA (ISBN: 978-618-5741-63-1) αποτελεί το δέκατο βιβλίο του Αντώνη Δουνδουλάκη και επιβεβαιώνει την ικανότητά του να δημιουργεί έργα που δεν διαβάζονται απλώς· βιώνονται. Η Σοφία γίνεται σύμβολο επιμονής και αγάπης που αντέχει στον χρόνο, και αφήνει στον αναγνώστη ένα μήνυμα ζωής, απλό αλλά βαθύ: «Όλα καλά.»</b></div>
<div><b> <img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-thumbnail wp-image-21295" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/tel-150x150.png" alt="tel" width="150" height="150" title="Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/tel-150x150.png 150w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/tel-120x120.png 120w" sizes="auto, (max-width: 150px) 100vw, 150px" /> <img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone wp-image-21296 size-full" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/SOFIA2.png" alt="SOFIA2" width="392" height="366" title="Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/SOFIA2.png 392w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/SOFIA2-300x280.png 300w" sizes="auto, (max-width: 392px) 100vw, 392px" /> <img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-thumbnail wp-image-21297" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/arxikh-150x150.png" alt="arxikh" width="150" height="150" title="Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/arxikh-150x150.png 150w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/arxikh-120x120.png 120w" sizes="auto, (max-width: 150px) 100vw, 150px" /></b></div>
<div><b> </b></div>
<div><b><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-21294 size-medium alignleft" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/mcv-222x300.png" alt="mcv" width="222" height="300" title="Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/mcv-222x300.png 222w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/12/mcv.png 310w" sizes="auto, (max-width: 222px) 100vw, 222px" /></b></div>
<div>
<div></div>
<p><b>Δουνδουλάκης Αντώνιος</b></p>
<p><b>         Θεολόγος -Αγιογράφος</b></p>
<p><b>    Συγγραφέας -Αρθρογράφος</b></p>
<p><b>           Στέλεχος Eταιρείας</b></p>
<p><b> Ασφαλιστικής διαμεσολάβησης</b></p>
</div>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/o-antonis-doundoulakis-parousiazei-to-neo-tou-mythistorima-i-kardia-tis-sofias/">Ο Αντώνης Δουνδουλάκης παρουσιάζει το νέο του μυθιστόρημα: «Η Καρδιά της Σοφίας»</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Ιθάκη» ο τίτλος του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα</title>
		<link>https://allgood.gr/ithaki-o-titlos-tou-vivliou-tou-alexi-tsipra/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Allgood.gr]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 17 Oct 2025 09:26:36 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[LIFESTYLE]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΛΙΤΙΚΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=20157</guid>

					<description><![CDATA[<p>Σε ανακοίνωσή του ο εκδοτικός οίκος Gutenberg, από τον οποίο θα κυκλοφορήσει το πολυσυζητημένο βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, αποκαλύπτει τον τίτλο του: «Ιθάκη». Το βιβλίο αναμένεται να βγει στα βιβλιοπωλεία το δεύτερο 15νθήμερο του Νοεμβρίου. Στα 12 κεφάλαια του βιβλίου περιγράφονται όλα τα μεγάλα γεγονότα της πρωθυπουργίας Τσίπρα και δίνονται «απαντήσεις για τις εξελίξεις &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/ithaki-o-titlos-tou-vivliou-tou-alexi-tsipra/">«Ιθάκη» ο τίτλος του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Σε ανακοίνωσή του ο εκδοτικός οίκος Gutenberg, από τον οποίο θα κυκλοφορήσει το πολυσυζητημένο βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, αποκαλύπτει τον τίτλο του: «Ιθάκη». Το βιβλίο αναμένεται να βγει στα βιβλιοπωλεία το δεύτερο 15νθήμερο του Νοεμβρίου.</p>
<p>Στα 12 κεφάλαια του βιβλίου περιγράφονται όλα τα μεγάλα γεγονότα της πρωθυπουργίας Τσίπρα και δίνονται «απαντήσεις για τις εξελίξεις μετά το 2019. Στα πώς και τα γιατί που οδήγησαν στην κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από μικρό κόμμα διαμαρτυρίας εξελίχθηκε σε μεγάλο κόμμα εξουσίας, κέρδισε τη μάχη για την απελευθέρωση της χώρας από τους καταναγκασμούς της χρεοκοπίας, αλλά έχασε τη μάχη με τις εσωτερικές παθογένειες και τον εαυτό του».</p>
<div class="row vidverto mb-20 mt-0">
<div id="sas_80268"></div>
</div>
<p>«Η ΙΘΑΚΗ του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι ένα βιβλίο για το παρελθόν, αλλά μια διακήρυξη ελπίδας και προοπτικής για το μέλλον» αναφέρεται μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση.</p>
<h3>Όλη η ανακοίνωση</h3>
<p>«Ο εκδοτικός μας οίκος έχει τη χαρά και την τιμή να αναγγείλει την έκδοση ενός βιβλίου που αναμένεται με εύλογο ενδιαφέρον από το αναγνωστικό κοινό και έχει απασχολήσει τη δημοσιότητα πολύ πριν φτάσει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πρόκειται για το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα  με τον τίτλο ΙΘΑΚΗ, που θα κυκλοφορήσει το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Νοέμβρη.</p>
<p>Ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφει με μοναδική δύναμη τα γεγονότα που συγκλόνισαν την Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη, το 2015-2019. Η ωμότητα των δανειστών, τα σχέδια έξωσης της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι κλειστές τράπεζες, το δημοψήφισμα, οι συναντήσεις με ξένους ηγέτες, όπως η Μέρκελ, ο Ολάντ, ο Πούτιν, οι αντιδράσεις της τότε αντιπολίτευσης, οι αγωνιώδεις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να απελευθερώσει τη χώρα από το σπιράλ των μνημονίων, μετατρέπουν την αφήγηση σε πολιτικό θρίλερ.</p>
<p>Ταυτόχρονα, τα γεγονότα αποδίδονται και χρωματίζονται δραματικά από την προσωπική, εξομολογητική αλλά και αυτοκριτική ματιά του συγγραφέα, που υπήρξε ο νεότερος στην ελληνική ιστορία πρωθυπουργός της χώρας. Η στρατηγική της διαπραγμάτευσης και οι συγκρούσεις με τους δανειστές, οι εσωτερικοί κραδασμοί, και τα κρίσιμα διλήμματα που αποκρυσταλλώνονται σε αποφάσεις, περιγράφονται χωρίς ωραιοποιήσεις και προσχήματα, και προσδίδουν στο βιβλίο το χαρακτήρα μιας συγκλονιστικής αφήγησης που έχει μορφή ιστορικού ντοκουμέντου.</p>
<p>Με λογοτεχνική ενάργεια περιγράφονται τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του συγγραφέα, η ριζοσπαστική του πολιτικοποίηση στις γραμμές της ΚΝΕ και της Αριστεράς, όταν ο κόσμος άλλαζε με την πτώση του τείχους, η ανάδειξή του σε επικεφαλής του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, η είσοδος στο Μαξίμου.</p>
<p>Πρόκειται για ένα συναρπαστικό, με δυο λόγια, αφήγημα, στα 11+1  κεφάλαια του οποίου ο αναγνώστης θα αντικρίσει την αλήθεια, τεκμηριωμένη με ντοκουμέντα, πρακτικά συνεδριάσεων και δραματικούς διαλόγους με όλους τους ηγέτες της εποχής και θα κατανοήσει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του Αλέξη Τσίπρα τότε, αλλά και την κριτική ματιά του σήμερα, για την περίοδο εκείνη. Επιπλέον, θα μοιραστεί τις αξίες, τις διαδρομές και τις συνθήκες που διαμόρφωσαν τόσο τον ίδιο τον συγγραφέα, όσο και την πορεία της χώρας. Θα βρει απαντήσεις στα πώς και τα γιατί, έξω από την παραμόρφωση που έχει υποστεί η αλήθεια από την προπαγάνδα των τελευταίων χρόνων.</p>
<p>Θα βρει επίσης απαντήσεις για τις εξελίξεις μετά το 2019. Στα πώς και τα γιατί που οδήγησαν στην κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από μικρό κόμμα διαμαρτυρίας εξελίχθηκε σε μεγάλο κόμμα εξουσίας, κέρδισε τη μάχη για την απελευθέρωση της χώρας από τους καταναγκασμούς της χρεοκοπίας, αλλά έχασε τη μάχη με τις εσωτερικές παθογένειες και τον εαυτό του.</p>
<p>Τέλος, και το πιο σημαντικό ίσως για τον πολίτη του σήμερα που στρέφει τη ματιά του στο μέλλον, η ΙΘΑΚΗ του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι ένα βιβλίο για το παρελθόν, αλλά μια διακήρυξη ελπίδας και προοπτικής για το μέλλον. Κάθε γεγονός, κάθε αποκάλυψη, κάθε κριτική και αυτοκριτική εκτίμηση δεν αντιμετωπίζεται από τον συγγραφέα ως αντικείμενο αρχειοθέτησης για το χτες, αλλά ως αντικείμενο προβληματισμού για το σήμερα και το αύριο. Ως ευκαιρία να στοχαστεί ο ίδιος, αλλά και όσοι ακόμα επιμένουν στο όραμα μιας δίκαιης Ελλάδας, όχι απλώς στο «τι κάναμε», αλλά στο τι «να κάνουμε». Ως ένα έργο που θέλει και έρχεται να προσθέσει την ενέργεια του χτες στον κινητήρα του σήμερα.</p>
<p>Η ματιά στο μέλλον διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Οι Πρέσπες, η εξωτερική πολιτική εθνικής κυριαρχίας και ειρήνης, οι μικρές και μεγάλες μάχες, άλλες χαμένες και άλλες κερδισμένες, τα βήματα προς τα μπρος, αλλά και τα βήματα προς τα πίσω, δεν αποτελούν στην οπτική του συγγραφέα μόνο αντικείμενο στοχασμού και εμπειρίας. Αλλά και πεδίο συνάντησης όσων κατανοούν ότι είναι αναγκαίο σήμερα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη στιγμή στη μεταπολίτευση, ένα κίνημα «από τα κάτω», που μόνο αυτό μπορεί να δώσει υλική υπόσταση σε μια προοπτική δικαιοσύνης και προόδου.</p>
<p>Στο τελευταίο εκτενές κεφάλαιο, ο Αλέξης Τσίπρας συνοψίζει αυτές τις σκέψεις για το μέλλον. Ένα όραμα για την Αριστερά και τη χώρα, γιατί, όπως γράφει ο ίδιος, «ένας λαός που σταματά να ονειρεύεται το καλύτερο, είναι έτοιμος να αποδεχτεί το χειρότερο».</p>
<div class="source"><strong>Πηγή:</strong> <a href="https://www.skai.gr/news/politics/ithaki-o-titlos-tou-vivliou-tou-aleksi-tsipra?utm_source=Notify&amp;utm_medium=Push&amp;utm_campaign=Push-Post" target="_blank" rel="noopener">skai.gr</a></div>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/ithaki-o-titlos-tou-vivliou-tou-alexi-tsipra/">«Ιθάκη» ο τίτλος του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα</title>
		<link>https://allgood.gr/apo-tin-kriti-me-agapi-ena-vivlio-pou-myrizei-paradosi-kai-synaisthima/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βασίλειος Μουντάκης]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 07 Oct 2025 12:32:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΑΝΤΡΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΥΝΑΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=19982</guid>

					<description><![CDATA[<p>Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται. Και υπάρχουν βιβλία που τα ζεις — σε γεμίζουν εικόνες, μυρωδιές, αναμνήσεις.Το νέο βιβλίο του Αντώνη Δουνδουλάκη, με τίτλο «Από την Κρήτη με αγάπη», ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Ο Αντώνης, γνωστός για τη μακρόχρονη επαγγελματική του πορεία &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/apo-tin-kriti-me-agapi-ena-vivlio-pou-myrizei-paradosi-kai-synaisthima/">Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h2 data-start="327" data-end="401">Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα</h2>
<p data-start="403" data-end="632">Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται. Και υπάρχουν βιβλία που τα <strong data-start="463" data-end="471">ζεις</strong> — σε γεμίζουν εικόνες, μυρωδιές, αναμνήσεις.<br data-start="516" data-end="519" />Το νέο βιβλίο του Αντώνη Δουνδουλάκη, με τίτλο <em data-start="566" data-end="592">«Από την Κρήτη με αγάπη»</em>, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.</p>
<p data-start="634" data-end="1043">Ο Αντώνης, γνωστός για τη μακρόχρονη επαγγελματική του πορεία στον χώρο των πωλήσεων και της ανάπτυξης δικτύων, αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι η δημιουργικότητα δεν περιορίζεται σε έναν μόνο τομέα. Παράλληλα με την καριέρα του, έχει χτίσει μια όμορφη διαδρομή ως συγγραφέας — ήδη με <strong data-start="921" data-end="937">εννέα βιβλία</strong> στο ενεργητικό του — και τώρα επιστρέφει με ένα έργο που ξεχειλίζει <strong data-start="1006" data-end="1042">ζεστασιά, αλήθεια και συναίσθημα</strong>.</p>
<h3 data-start="1045" data-end="1082">Ένα βιβλίο που μιλάει στην καρδιά</h3>
<p data-start="1084" data-end="1447">Το <em data-start="1087" data-end="1113">«Από την Κρήτη με αγάπη»</em> δεν είναι απλώς μια συλλογή συνταγών ή ένα βιβλίο γεύσεων. Είναι ένα <strong data-start="1183" data-end="1204">προσωπικό αφήγημα</strong>, μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, ένα ταξίδι στην ψυχή της κρητικής παράδοσης.<br data-start="1293" data-end="1296" />Ο συγγραφέας, μεγαλωμένος στην Κρήτη και βαθιά δεμένος με τις ρίζες του, μάς προσκαλεί σε ένα ταξίδι γεμάτο <strong data-start="1404" data-end="1446">γεύσεις, μνήμες και ανθρώπινη ζεστασιά</strong>.</p>
<p data-start="1449" data-end="1671">Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, δεν ανακαλύπτουμε μόνο πώς φτιάχνεται μια παραδοσιακή συνταγή. Ανακαλύπτουμε <strong data-start="1560" data-end="1596">τον τρόπο που ζούσαν οι άνθρωποι</strong>, τη χαρά του μοιράσματος, τη σημασία του να φροντίζεις μέσα από το φαγητό.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-full wp-image-19985" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/112.png" alt="112" width="530" height="423" title="Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/112.png 530w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/112-300x239.png 300w" sizes="auto, (max-width: 530px) 100vw, 530px" /> <img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-full wp-image-19986" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/1123.png" alt="1123" width="349" height="514" title="Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/1123.png 349w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/1123-204x300.png 204w" sizes="auto, (max-width: 349px) 100vw, 349px" /></p>
<h3 data-start="1673" data-end="1715">Ένα βιβλίο αφιερωμένο στη γιαγιά Ελένη</h3>
<p data-start="1717" data-end="1978">Ο Αντώνης Δουνδουλάκης αφιερώνει το έργο του στη μητέρα του, τη <strong data-start="1781" data-end="1797">γιαγιά Ελένη</strong>, μια γυναίκα της υπαίθρου που ήξερε να μετατρέπει το απλό σε σπουδαίο.<br data-start="1868" data-end="1871" />Με ταπεινά υλικά, αγάπη και φαντασία, έκανε κάθε γεύμα γιορτή — μια γιορτή ζωής, μνήμης και τρυφερότητας.</p>
<p data-start="1980" data-end="2240">Γι’ αυτό και το βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς μαγειρική. Είναι μια <strong data-start="2045" data-end="2063">κατάθεση ψυχής</strong>.<br data-start="2064" data-end="2067" />Ένας φόρος τιμής σε όλες εκείνες τις γυναίκες της παλιάς Κρήτης που δίδασκαν, χωρίς λόγια, πως το φαγητό δεν είναι μόνο τροφή. Είναι φροντίδα, είναι αγάπη, είναι πολιτισμός.</p>
<h3 data-start="2242" data-end="2268">Παράδοση που ανασαίνει</h3>
<p data-start="2270" data-end="2485">Σε κάθε σελίδα νιώθεις τη φωνή του συγγραφέα να ψιθυρίζει κάτι γνώριμο:<br data-start="2341" data-end="2344" />πως η παράδοση δεν είναι κάτι ξεχασμένο. Είναι <strong data-start="2391" data-end="2402">ζωντανή</strong>.<br data-start="2403" data-end="2406" />Εξελίσσεται, αλλάζει, περνάει από γενιά σε γενιά και συνεχίζει να μας ενώνει.</p>
<div data-olk-copy-source="MessageBody">Βιβλιοπαρουσίαση: «Από την Κρήτη με αγάπη» του Αντώνη Δουνδουλάκη</div>
<div>Ο συνάδελφος Αντώνης Δουνδουλάκης, πέρα από τη σημαντική του επαγγελματική πορεία ως Επιθεωρητής Πωλήσεων και Ανάπτυξης Δικτύου Πρακτόρων, έχει και μια δεύτερη, εξίσου δημιουργική ιδιότητα: αυτή του βραβευμένου συγγραφέα.</div>
<div> Μετρώντας ήδη εννέα βιβλία στο ενεργητικό του, επιστρέφει αυτή τη φορά με μια έκδοση που ξεχωρίζει για τη ζεστασιά, την αυθεντικότητα και τον βαθύ συναισθηματικό της πυρήνα.</div>
<div>Το νέο του βιβλίο, με τίτλο «Από την Κρήτη με αγάπη»,  έρχεται να μας συστηθεί  ως βίωμα ,  προσωπικό αφήγημα, μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, ένα ταξίδι στην ψυχή της Κρητικής παράδοσης.</div>
<div>Ο ίδιος, μεγαλωμένος στην Κρήτη και βαθιά δεμένος με τις ρίζες του, δεν κρύβει ποτέ την αγάπη του για τον τόπο του. Και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, δεν μας προσφέρει μόνο γεύσεις και υλικά. Μας προσφέρει εικόνες, μνήμες, μυρωδιές και στιγμές∙ τη ζεστασιά ενός παλιού καλοκαιρινού δειλινού, τη θαλπωρή μιας Κυριακής γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, τις ιστορίες που γεννιούνται δίπλα σε ένα πιάτο απλό, αλλά φτιαγμένο με αγάπη.</div>
<div>Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μητέρα του συγγραφέα, τη γιαγιά Ελένη – μια γυναίκα της υπαίθρου, που με ταπεινά υλικά, πολλή αγάπη και φαντασία μεταμόρφωνε το καθημερινό γεύμα σε γιορτή. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα ακόμη βιβλίο μαγειρικής. Είναι μια κατάθεση ψυχής. Ένας φόρος τιμής στις γυναίκες της παλιάς Κρήτης, που ήξεραν πως το φαγητό δεν είναι μόνο τροφή, αλλά και φροντίδα, αγάπη, παράδοση και πολιτισμός.</div>
<div>Ο Αντώνης Δουνδουλάκης μάς καλεί να θυμηθούμε – ή να μάθουμε – τι σημαίνει να ζεις με απλότητα, να εκτιμάς το λίγο, να το μοιράζεσαι και να το μετατρέπεις σε κάτι πολύτιμο. Κάθε συνταγή που καταγράφει στο βιβλίο δεν είναι μια απλή οδηγία μαγειρικής∙ είναι μια ανάμνηση, μια εικόνα, ένα κομμάτι ζωής.</div>
<div>«Από την Κρήτη με αγάπη» είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε όλους – σε εκείνους που μεγάλωσαν με την παράδοση, αλλά και σε εκείνους που την αναζητούν. Μας θυμίζει πως η παράδοση δεν είναι κάτι ξεχασμένο ή στατικό. Είναι ζωντανή, εξελίσσεται μαζί μας και –πάνω απ’ όλα– μας ενώνει.</p>
<p>Όπως γράφει και ο ίδιος:</p></div>
<blockquote data-start="2514" data-end="2603">
<p data-start="2516" data-end="2603">«Η παράδοση είναι σαν το προζύμι. Αν τη φυλάξεις με φροντίδα, δίνει ζωή ξανά και ξανά.»</p>
</blockquote>
<p data-start="2605" data-end="2866">Το <em data-start="2608" data-end="2634">«Από την Κρήτη με αγάπη»</em> είναι, τελικά, ένα βιβλίο που σε κάνει να χαμογελάς.<br data-start="2687" data-end="2690" />Σε κάνει να θυμάσαι — ή να μαθαίνεις — τι σημαίνει να ζεις με απλότητα και να εκτιμάς τα μικρά.<br data-start="2785" data-end="2788" />Να μοιράζεσαι, να νοιάζεσαι, να μαγειρεύεις όχι μόνο με υλικά, αλλά με καρδιά.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone wp-image-19987 size-medium" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-25-852-193x300.jpg" alt="Viber 2025 10 07 15 30 25 852" width="193" height="300" title="Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-25-852-193x300.jpg 193w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-25-852-658x1024.jpg 658w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-25-852-768x1196.jpg 768w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-25-852-986x1536.jpg 986w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-25-852.jpg 1315w" sizes="auto, (max-width: 193px) 100vw, 193px" /> <img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone wp-image-19988 size-medium" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-24-897-225x300.jpg" alt="Viber 2025 10 07 15 30 24 897" width="225" height="300" title="Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-24-897-225x300.jpg 225w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-24-897-768x1024.jpg 768w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-24-897-1152x1536.jpg 1152w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2025/10/Viber_2025-10-07_15-30-24-897.jpg 1200w" sizes="auto, (max-width: 225px) 100vw, 225px" /></p>
<hr data-start="2868" data-end="2871" />
<p data-start="2873" data-end="3046"> <strong data-start="2876" data-end="2902">Από την Κρήτη με αγάπη</strong><br data-start="2902" data-end="2905" /> <strong data-start="2908" data-end="2923">Συγγραφέας:</strong> Αντώνης Δουνδουλάκης<br data-start="2944" data-end="2947" /> Ένα βιβλίο για όσους αγαπούν την παράδοση, τη γεύση και — πάνω απ’ όλα — την ανθρώπινη ζεστασιά.</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/apo-tin-kriti-me-agapi-ena-vivlio-pou-myrizei-paradosi-kai-synaisthima/">Από την Κρήτη με αγάπη – ένα βιβλίο που μυρίζει παράδοση και συναίσθημα</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ούτε σταγόνα αίματος.</title>
		<link>https://allgood.gr/%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b5-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%8c%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Συντακτική Ομάδα Allgood.gr]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 06 Aug 2025 16:36:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΑΝΤΡΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΥΓΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=19061</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ένας επιστήμονας από την Ινδία, ήθελε να δοκιμάσει μια θεωρία. Χρειαζόταν έναν εθελοντή. Τελικά τον βρήκε, ήταν ένας καταδικασμένος σε θάνατος ο οποίος θα εκτελεστεί με απαγχονισμό. Ο επιστήμονας πρότεινε στον καταδικασμένο, το ακόλουθο: Θα συμμετείχε σε ένα επιστημονικό πείραμα που συνίστατο στο να κάνει ένα μικρό κόψιμο στον δάχτυλο, με σκοπό το αίμα του &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b5-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%8c%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82/">Ούτε σταγόνα αίματος.</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Ένας επιστήμονας από την Ινδία, ήθελε να δοκιμάσει μια θεωρία. Χρειαζόταν έναν εθελοντή. Τελικά τον βρήκε, ήταν ένας καταδικασμένος σε θάνατος ο οποίος θα εκτελεστεί με απαγχονισμό.</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Ο επιστήμονας πρότεινε στον καταδικασμένο, το ακόλουθο: Θα συμμετείχε σε ένα επιστημονικό πείραμα που συνίστατο στο να κάνει ένα μικρό κόψιμο στον δάχτυλο, με σκοπό το αίμα του να στάζει σιγά-σιγά, μέχρι την τελευταία σταγόνα. Εξήγησε ότι είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει, αλλά ότι έτσι κι αλλιώς, ο θάνατός του θα ήταν χωρίς πόνο· ούτε καν θα το προσέξει.</p>
</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Ο Καταδικασμένος άνθρωπος δέχτηκε, επειδή ο θάνατος με αυτόν τον τρόπο, ήταν προτιμότερος από το να πεθάνει στην ηλεκτρική καρέκλα. Τον έβαλαν σε ένα φορείο και του έδεσαν το σώμα του για να μην μπορεί να κουνηθεί. Στη συνέχεια έκαναν ένα μικρό κόψιμο στο δάχτυλο και τοποθετήθηκε κάτω από το χέρι του ένα μικρό βάζο αλουμινίου.</p>
</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Το κόψιμο ήταν επιφανειακό, μόνο τα πρώτα στρώματα δέρματος, αλλά ήταν αρκετό για να πιστέψει ότι είχε πραγματικά κόψει τις φλέβες του. Κάτω από το κρεβάτι, ένα μπουκάλι ορού τοποθετήθηκε με μια μικρή βαλβίδα που ρυθμίζει το πέρασμα του υγρού, με τη μορφή των σταγόνων που έπεφταν στο βάζο. Ο Καταδικασμένος, μπορούσε να ακούσει τον ορό και να μετρήσει κάθε σταγόνα από αυτό που πίστευε ότι ήταν το αίμα του.</p>
</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Ο επιστήμονας, χωρίς τον κατάδικο να τον βλέπει, κλείνει τη βαλβίδα, έτσι ώστε ο ορός να μειωθεί, με την πρόθεση να νόμιζε ότι το αίμα του θα τελείωνε.</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Με το πέρασμα των λεπτών το πρόσωπό του έχανε χρώμα, ο ρυθμός της καρδιάς του επιτάχυνε και τον έκανε να χάσει αέρα στους πνεύμονες του. Όταν η απελπισία έφτασε στο μέγιστο σημείο της, ο επιστήμονας έκλεισε εντελώς τη βαλβίδα και μετά ο καταδικασμένος έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε.</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Ο επιστήμονας κατάφερε να αποδείξει ότι το ανθρώπινο μυαλό συμμορφώνεται αυστηρά με ό, τι αντιλαμβάνεται και ότι το άτομο το δέχεται, είτε θετικό είτε αρνητικό, ενεργώντας σε όλο το ψυχικό και οργανικό μας μέρος.</p>
</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Πάντα πίστευα ότι το μυαλό δεν έχει όρια όταν εξαπατά τον εαυτό του. Χειρότερα ακόμα και όταν δεν καταλαβαίνεις τα πράγματα και κάνεις ό, τι μπορείς για να καταλάβεις, όπως όταν βλέπουμε πράγματα που τα παίρνουμε ως υπερφυσικά αλλά αυτό δεν είναι.</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Πολλές φορές στη ζωή μας έχουμε προβλήματα που φαίνεται να είναι καταστροφικά. Υπάρχει ενδεχομένως κάποιος που μας λέει ότι υπάρχει μια μικρή μικρή πιθανότητα να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση, αλλά αποφασίσαμε να πιστέψουμε μόνο αυτά που μπορούμε να αντιληφθούμε και να φανταστούμε.</p>
</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">Πηγή: Dr. Bernard Lown, Η χαμένη τέχνη της θεραπείας</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">&#8220;Οποιος σκέφτεται να αποτύχει, έχει ήδη αποτύχει&#8221;</div>
</div>
<div class="x14z9mp xat24cr x1lziwak x1vvkbs xtlvy1s x126k92a">
<div dir="auto">&#8220;Οποιος σκέφτεται να κερδίσει, κάνει ένα βήμα μπροστά&#8221;</div>
</div>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b5-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%8c%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82/">Ούτε σταγόνα αίματος.</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ο βοσκός, ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος.</title>
		<link>https://allgood.gr/%ce%bf-voskos-rigos-ponokefalia-kai-xaros/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βασίλειος Μουντάκης]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 May 2025 14:03:26 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[κοινωνικά]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΙΔΙ]]></category>
		<category><![CDATA[Ζωή Κουλίζου]]></category>
		<category><![CDATA[η Πονοκεφαλιά]]></category>
		<category><![CDATA[Ο βοσκός]]></category>
		<category><![CDATA[ο Ρίγος]]></category>
		<category><![CDATA[ο Χάρος.]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=17635</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μια φορά κι έναν καιρό συμπερπατούσανε ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος. Εκεί που βαδίζανε βλέπουν ένα βοσκό κι εβάστα ένα αρνί καλοθρεμένο πάνω στους ώμους του. Σκεφτήκανε λοιπόν να του φάνε το αρνί. Ο Ρίγος πρώτος-πρώτος λέει! «Εγώ θα πάω, μα δεν πιστεύω να μου το αρνηθεί ούτε στιγμή». Πάει λοιπόν και λέει &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%bf-voskos-rigos-ponokefalia-kai-xaros/">Ο βοσκός, ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος.</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Μια φορά κι έναν καιρό συμπερπατούσανε ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος. Εκεί που βαδίζανε βλέπουν ένα βοσκό κι εβάστα ένα αρνί καλοθρεμένο πάνω στους ώμους του. Σκεφτήκανε λοιπόν να του φάνε το αρνί.</p>
<p><em><strong>Ο Ρίγος πρώτος-πρώτος λέει!</strong></em> «Εγώ θα πάω, μα δεν πιστεύω να μου το αρνηθεί ούτε στιγμή». Πάει λοιπόν και λέει του βοσκού: «Ει κουμπάρε, να μου δώσεις το αρνί σου, γιατί θέλω να κάμω τραπέζι στους φίλους μου».</p>
<p><em><strong> Ο βοσκός του λέει:</strong></em><br />
<a name="more"></a>«Ευχαρίστως, κουμπάρε μου, μα πρέπει πρώτα να μου το πληρώσεις όσο κάνει κι ύστερα χαλάλι σου». «Όι μα δε, κουμπάρε», του λέει ο Ρίγος, «θα μου το δώσεις χωρίς λεφτά, γιατί ξέρεις ποιος είμαι;» Λέει του: «Εγώ &#8216;μαι ο Ρίγος». «Με το καλό, κουμπάρε μου, μα δε σου το δίνω». Αρχινά τότε λοιπόν ο Ρίγος. Έτρεμε, έτρεμε, στην απελπισία του πέφτει σ&#8217; ένα ποταμό. Ο Ρίγος εφοβήθηκε και τον παρατά γιατί εφοβήθηκε να μην τον πνίξει. Πάει στη συντροφιά του και τους λέει: «Δεν εμπόρεσα να κάνω πράμα, γιατί ανάθεμα τον έπεσε μέσα στον ποταμό κι εφοβήθηκα πως ήθελε να με πνίξει».</p>
<p><em><strong> Η Πονοκεφαλιά εγέλασε και του λέει:</strong></em> «Εγώ θα πάω και θα δεις πως δε θα μου το αρνηθεί ούτε λεπτό».<br />
Πάει κι αυτή, βρίσκει το βοσκό και του λέει: «Γεια σου κουμπάρε, ήθελα να μου δώσεις το αρνί σου γιατί θέλω να κάμω τραπέζι στους φίλους μου». Λέει του ο βοσκός: «Με το καλό, κουμπάρα μου, μα πρώτα θα μου το πληρώσεις όσο κάνει κι ύστερα θα το πάρεις». Λέει του: «Όι κουμπάρε, θα μου το δώσεις χωρίς λεφτά γιατί είμαι η Πονοκεφαλιά κι αν σε πιάσω εχάθηκες».</p>
<p>Όμως ο βοσκός δεν της το δώσε και η Πονοκεφαλιά τον πιάνει κι επόναε ο βοσκός. Κι από τους πολλούς τους πόνους αρχίνιζε κι εχτύπα την κεφαλή του χάμω. Η Πονοκεφαλιά εφοβήθηκε και τον παρατά. Τρέχει και πάει και βρίσκει και τς&#8217; άλλους και τους λέει το πάθημα της. Τότε ο Χάρος λέει: «Εγώ θα πάω και θα δείτε δα ποιος μπορεί να μου αρνηθεί εμένα τίποτα».</p>
<p><em><strong>Πάει ο Χάρος και του λέει: «Κουμπάρε, τ&#8217; αρνί θα μου δώσεις κι αμέσως μάλιστα γιατί βιάζομαι, θέλω να κάμω τραπέζι στους φίλους μου και πρέπει να κάμω γρήγορα».</strong></em></p>
<p>«Καλά, κουμπάρε, θα σου το δώσω, μόνο που θα μου το πληρώσεις πρώτα όσο κάνει κι ύστερα χαλάλι σου&#8221;. Λέει του ο Χάρος: &#8220;Κουμπάρε, ο Χάρος είμαι, μόνο δώσε το μου γλήγορα γιατί θα σου πάρω την ψυχή σου&#8221;. Είντα να κάμει ο κακομοίρης ο βοσκός, λέει: &#8220;Ε, Χάρε, θα σου το δώσω&#8221;. Ο Χάρος όμως του λέει: &#8220;Ε μα, έλα δα να μου το κουβαλήσεις κιόλας εις την σπηλιά μου, γιατί εγώ δεν το κουβαλώ&#8221;.</p>
<p>Παίρνει ο κακομοίρης ο βοσκός τ&#8217;αρνί στον ώμον του και μια και δύο πάνε στη σπηλιά του Χάρου. Μόλις εμπήκανε μέσα, θωρεί ο βοσκός μια μεγάλη σπηλιά που ήτανε γεμάτη από καντήλια.</p>
<p>Άλλα είχανε πολύ λάδι, άλλα λίγο, άλλα ήτανε σβηστά, θωρεί κι ένα που ήτανε μισόσβηστο. Ρωτά τον Χάρο και του λέει: &#8220;Χάρε, είντα ναι τούτα τα καντήλια και γιάντα τούτο κοντεύει να σβήσει;&#8221; Λέει του ο Χάρος: &#8220;Ετούτα είναι καθένα η ζωή του κάθε ανθρώπου.</p>
<p>Όποιο έχει πολύ λάδι, θα ζήσει πολύ κι ο άνθρωπος. Όποιο λίγο, θα ζήσει λίγο κι ο άνθρωπος. Τούτο να, είναι τ&#8217; αδερφού σου, που κοντεύει να σβήσει&#8221;. Λέειν του ο βοσκός: &#8220;Χάρε μου, και τούτονε το γεμάτο τίνος είναι;&#8221; Και του &#8216;δείξε ένα γεμάτο καντήλι. Λέει: &#8220;Δικό σου&#8221;. &#8220;Ε!&#8221;, του λέει, &#8220;Χάρε μου, δεν παίρνεις λιγάκι από το δικό μου καντήλι να βάλεις του κακομοίρη τ&#8217; αδελφού μου να μη σβήσει το δικόν του;&#8221; &#8220;Όι&#8221;, του λέει ο Χάρος, &#8220;ούτε μπορώ να δώσω ούτε μπορώ να πάρω λάδι από κανένα καντήλι&#8221;. Τότες ο βοσκός παίρνει τ&#8217; αρνί στον ώμον του και του λέει:</p>
<p>&#8220;Γεια σου το λοιπόν, Χάρε&#8221;. &#8220;Ε, που πάεις! Τ&#8217; αρνί που το πάεις; θα σου πάρω την ψυχή σου&#8221;, του λέει ο Χάρος. &#8220;Όι δα&#8221;, του λέει ο βοσκός, &#8220;φεύγω εγώ και με τ&#8217; αρνί μου, μα εσύ δεν μπορείς να μου κάμεις πράμα. Έχε γεια&#8221;. Έτσι του &#8216;πε κι έφυγε κι ο Χάρος το φυσά και δεν εκρύωνε που την έπαθε.<br />
(Καινά Αποκορώνου, Κρήτη)</p>
<p>Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.<br />
Άννα Αγγελοπούλου &#8211; Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ευχαριστούμε τη Ζωή Κουλίζου που μας το απέστειλε και μας θύμισε τα παιδικά μας χρόνια</p>
<p><a href="https://fidodendro.blogspot.com/2013/10/blog-post_26.html?m=1" target="_blank" rel="noopener">Φιδόδεντρο</a></p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%bf-voskos-rigos-ponokefalia-kai-xaros/">Ο βοσκός, ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος.</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η Ζωή και οι Υποθέσεις του Αρίστου Μανταράκη : Η ιστορία συνεχίζεται</title>
		<link>https://allgood.gr/aristos-mantarakis-istoria-sunexizetai/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Allgood.gr]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 07 Mar 2025 14:08:45 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΑΝΤΡΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΣΦ. ΙΣΤΟΡΙΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΣΦΑΛΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΥΝΑΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ανασφάλεια]]></category>
		<category><![CDATA[αποκάλυψε]]></category>
		<category><![CDATA[ασφαλιστικής]]></category>
		<category><![CDATA[Ασφαλιστικός Πράκτορας]]></category>
		<category><![CDATA[αυξήσεις ασφαλίστρων]]></category>
		<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[καταναλωτής]]></category>
		<category><![CDATA[κλάδο]]></category>
		<category><![CDATA[Κρήτης]]></category>
		<category><![CDATA[ντετέκτιβ]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική]]></category>
		<category><![CDATA[Ρέθυμνο]]></category>
		<category><![CDATA[στην Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[τίμημα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=16898</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο Αρίστος Μανταράκης δεν είναι ένας τυπικός ερευνητής. Με φόντο τη θάλασσα της Κρήτης και μια καριέρα που ξεκίνησε στο Πολεμικό Ναυτικό, η ζωή του τον οδήγησε σε ένα διαφορετικό πεδίο μάχης: την αποκάλυψη της ασφαλιστικής απάτης. Πλέον, ως ιδρυτής της &#8220;Sentinel Risk Solutions&#8221;, είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους ερευνητές του χώρου, έχοντας διαλευκάνει δεκάδες &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/aristos-mantarakis-istoria-sunexizetai/">Η Ζωή και οι Υποθέσεις του Αρίστου Μανταράκη : Η ιστορία συνεχίζεται</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Αρίστος Μανταράκης δεν είναι ένας τυπικός ερευνητής. Με φόντο τη θάλασσα της Κρήτης και μια καριέρα που ξεκίνησε στο Πολεμικό Ναυτικό, η ζωή του τον οδήγησε σε ένα διαφορετικό πεδίο μάχης: την αποκάλυψη της ασφαλιστικής απάτης. Πλέον, ως ιδρυτής της <strong>&#8220;Sentinel Risk Solutions&#8221;</strong>, είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους ερευνητές του χώρου, έχοντας διαλευκάνει δεκάδες πολύπλοκες υποθέσεις.</p>
<h3><strong>Από το Πολεμικό Ναυτικό στην Ασφαλιστική Έρευνα</strong></h3>
<p>Γεννημένος στο Ρέθυμνο, ο Αρίστος μεγάλωσε με ιστορίες για τη θάλασσα και την τιμή. Η πειθαρχία και η ακρίβεια που απέκτησε στα χρόνια του στο Πολεμικό Ναυτικό έγιναν οι βάσεις για τη μετέπειτα καριέρα του. Μια αποστολή που πήγε στραβά το 1993 οδήγησε στην αποστράτευσή του, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να χτίσει μια νέα επαγγελματική ταυτότητα.</p>
<p>Ακολουθώντας μια φυσική κλίση προς την ανάλυση και την αποκάλυψη της αλήθειας, εισήλθε στον ασφαλιστικό τομέα. Εκεί, σύντομα διαπίστωσε ότι το ρίσκο δεν αφορά μόνο τις αποζημιώσεις, αλλά και τις απάτες που απειλούν την οικονομία του κλάδου. Με την ικανότητά του να εντοπίζει ψεύδη και κενά στα στοιχεία, έγινε ο απόλυτος &#8220;ντετέκτιβ&#8221; των ασφαλιστικών εταιρειών.</p>
<h3><strong>Η Ίδρυση της Sentinel Risk Solutions</strong></h3>
<p>Το 2015, ιδρύει τη <strong>&#8220;Sentinel Risk Solutions&#8221;</strong>, μια εταιρεία που ειδικεύεται στην ανίχνευση ασφαλιστικής απάτης, αλλά και στην υποστήριξη πολιτών που πέφτουν θύματα άδικων αποφάσεων. Με μια ομάδα ειδικών, αναλαμβάνει υποθέσεις από απλές αμφισβητούμενες απαιτήσεις έως περίπλοκα σκάνδαλα που κρύβουν εκατομμύρια ευρώ.</p>
<p>Η προσέγγισή του βασίζεται στην ακρίβεια, την έρευνα και τη διασταύρωση δεδομένων. Ο Αρίστος δεν εστιάζει μόνο στα νομικά κομμάτια, αλλά και στην ανθρώπινη φύση: γλώσσα του σώματος, αντιφάσεις στις καταθέσεις, ακόμα και οι πιο ανεπαίσθητες λεπτομέρειες μπορούν να αποκαλύψουν την αλήθεια.</p>
<h3><strong>Το &#8220;The Watchtower Journal&#8221; και η Ενημέρωση του Κοινού</strong></h3>
<p>Παράλληλα, η αγάπη του για την αρθρογραφία τον οδήγησε στη δημιουργία του <strong>&#8220;The Watchtower Journal&#8221;</strong>, ενός διαδικτυακού περιοδικού που συνδυάζει ενημέρωση για την ασφαλιστική αγορά, έρευνες και προσωπικές του αφηγήσεις από την καριέρα του.</p>
<p>Μέσα από το περιοδικό του, επιδιώκει να ρίξει φως σε άγνωστες πτυχές του ασφαλιστικού κόσμου, να εκπαιδεύσει τους πολίτες σχετικά με τα δικαιώματά τους και να αναδείξει τις πιο ενδιαφέρουσες υποθέσεις που έχει χειριστεί.</p>
<h3><strong>Μια Υπόθεση που Άλλαξε τη Ζωή του</strong></h3>
<p>Πίσω από την ψύχραιμη προσέγγιση και την επαγγελματική του διαδρομή, ο Αρίστος Μανταράκης έχει ένα προσωπικό κίνητρο που τον οδηγεί. Το 1993, όταν αποστρατεύτηκε, υπήρξε μια προδοσία που στιγμάτισε τη ζωή του. Παρόλο που δεν μιλάει συχνά γι&#8217; αυτό, η πρόσφατη εμπλοκή του σε μια υπόθεση μεγάλης κλίμακας φαίνεται πως θα τον φέρει ξανά αντιμέτωπο με το παρελθόν του.</p>
<h3><strong>Το Μέλλον του Αρίστου Μανταράκη</strong></h3>
<p>Με δεκαετίες εμπειρίας και ένα δίκτυο επαφών που εκτείνεται σε όλη την Ελλάδα, ο Αρίστος συνεχίζει ακούραστα να παλεύει για τη διαφάνεια στον ασφαλιστικό χώρο. Οι υποθέσεις του γίνονται όλο και πιο περίπλοκες, και το όνομά του ακούγεται συχνά σε δικαστικές αίθουσες και δημοσιογραφικές έρευνες.</p>
<p>Όμως, το ερώτημα παραμένει: η αλήθεια που κυνηγάει εδώ και τριάντα χρόνια θα αποκαλυφθεί; Και αν ναι, είναι έτοιμος να την αντιμετωπίσει;</p>
<div>
<hr />
</div>
<p>Ο Αρίστος Μανταράκης δεν είναι απλώς ένας ερευνητής. Είναι ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση της δικαιοσύνης. Και η ιστορία του μόλις αρχίζει&#8230;</p>
<p><strong>Αρίστος Μανταράκης: Η Υπόθεση της Χρυσής Πολιτικής</strong></p>
<p>Ο Αρίστος Μανταράκης έχει δει πολλές ασφαλιστικές απάτες στην καριέρα του, αλλά καμία δεν μοιάζει με αυτή που φτάνει στα χέρια του ένα ζεστό πρωινό του Ιουλίου. Μια μικρή ασφαλιστική εταιρεία, η &#8220;Argos Shield&#8221;, τον προσλαμβάνει για να ερευνήσει μια σειρά περίεργων αποζημιώσεων που έχουν στοιχίσει στην εταιρεία εκατομμύρια ευρώ. Όμως, καθώς σκάβει πιο βαθιά, ανακαλύπτει ότι αυτή η υπόθεση δεν αφορά μόνο οικονομική απάτη. Αφορά πολιτική διαφθορά, μυστικά και έναν άνθρωπο που είναι πρόθυμος να σκοτώσει για να μη βγουν όλα στο φως.</p>
<p><strong>Η Ανακάλυψη της Απάτης</strong></p>
<p>Η ασφαλιστική &#8220;Argos Shield&#8221; έχει εγκρίνει δεκάδες υψηλές αποζημιώσεις σε πολίτες που δήλωναν ότι είχαν καταστραφεί οι επιχειρήσεις τους από τυχαία γεγονότα – πυρκαγιές, πλημμύρες, ακόμα και κλοπές. Όμως, πολλά από τα περιστατικά φαίνονται περίεργα. Οι πλημμύρες έπληξαν μόνο συγκεκριμένα μαγαζιά, οι πυρκαγιές ξέσπασαν υπό ύποπτες συνθήκες, και σε αρκετές περιπτώσεις, οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι είχαν προμηθευτεί ακριβά ασφαλιστικά προγράμματα λίγο πριν το &#8220;τυχαίο&#8221; συμβάν.</p>
<p>Όταν ο Αρίστος αρχίζει να εξετάζει τις υποθέσεις πιο προσεκτικά, βρίσκει ένα κοινό μοτίβο: όλες οι ασφαλισμένες επιχειρήσεις ανήκουν σε άτομα που έχουν σχέσεις με έναν γνωστό πολιτικό – τον Ευθύμη Κανελλόπουλο, έναν φιλόδοξο βουλευτή που ετοιμάζεται για μια μεγάλη εκλογική αναμέτρηση. Η έρευνά του τον οδηγεί στην υποψία ότι η ασφαλιστική απάτη είναι ένας τρόπος να δημιουργηθούν μαύρα ταμεία για προεκλογική εκστρατεία.</p>
<p><strong>Η Επικίνδυνη Σύνδεση</strong></p>
<p>Καθώς ο Αρίστος συνεχίζει την έρευνα, γίνεται προφανές ότι κάποιος δεν θέλει να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Δέχεται ανώνυμα απειλητικά μηνύματα, και το γραφείο του δέχεται διάρρηξη. Ένα βράδυ, ένας άγνωστος άνδρας τον προειδοποιεί: <strong>&#8220;Μείνε μακριά από τον Κανελλόπουλο, αλλιώς θα σε βρουν στον πάτο της θάλασσας.&#8221;</strong></p>
<p>Αντί να τρομάξει, ο Αρίστος εντείνει την έρευνά του. Μέσα από διασταύρωση δεδομένων, ανακαλύπτει ότι οι αποζημιώσεις εγκρίνονταν με επιταγές που διοχετεύονταν σε ένα δίκτυο εταιρειών-φαντάσματα. Πίσω από όλες αυτές τις συναλλαγές, εμφανίζεται ένας κοινός χρηματοδότης: ένας μεγαλοεπενδυτής που είναι επίσης βασικός υποστηρικτής της πολιτικής εκστρατείας του Κανελλόπουλου.</p>
<p><strong>Η Τελική Αναμέτρηση</strong></p>
<p>Ο Αρίστος αποφασίζει να βάλει παγίδα. Συνεργάζεται με έναν παλιό του φίλο, δημοσιογράφο, και οργανώνει μια μυστική συνάντηση με έναν από τους εμπλεκόμενους στην απάτη, ο οποίος συμφωνεί να μιλήσει ανώνυμα. Όμως, τη νύχτα της συνάντησης, ένας μυστηριώδης άνδρας προσπαθεί να τους σταματήσει. Ο Αρίστος γλιτώνει την επίθεση και, με τα στοιχεία στα χέρια του, καταφέρνει να αποκαλύψει το κύκλωμα.</p>
<p>Το σκάνδαλο ξεσπά στα μέσα ενημέρωσης, και η πολιτική καριέρα του Κανελλόπουλου καταρρέει. Οι εμπλεκόμενοι διώκονται, ενώ η &#8220;Argos Shield&#8221; καταφέρνει να διασώσει την αξιοπιστία της. Όμως, ο Αρίστος ξέρει ότι δεν ήταν μια απλή υπόθεση απάτης – ήταν ένας αγώνας ενάντια σε ένα διεφθαρμένο σύστημα.</p>
<p><strong>Ηθικό Δίδαγμα</strong></p>
<p>Καθώς κάθεται στο γραφείο του, απολαμβάνοντας ένα παλιό κρητικό ρακόμελο, ο Αρίστος σκέφτεται:</p>
<p><em>&#8220;Όσο υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τις ασφαλιστικές εταιρείες ως μηχανές παραγωγής χρήματος, πάντα θα υπάρχει δουλειά για μένα.&#8221;</em></p>
<p>Η ιστορία του Αρίστου Μανταράκη συνεχίζεται, γιατί η διαφθορά δεν έχει όρια. Και εκείνος είναι πάντα έτοιμος να αποκαλύψει την αλήθεια, όσο επικίνδυνη κι αν είναι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Αρίστος Μανταράκης: Ο Ασφαλιστικός Πράκτορας που Έλυσε το Μυστήριο</strong></p>
<p>Ο Αρίστος Μανταράκης δεν ήταν πάντα ερευνητής ασφαλιστικών απάτων. Πριν από χρόνια, ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους ασφαλιστικούς πράκτορες στην Ελλάδα. Οι πελάτες του τον εμπιστεύονταν για τη διαφάνεια και την τιμιότητά του. Όμως, μια περίεργη υπόθεση θα άλλαζε για πάντα την πορεία της ζωής του και θα τον οδηγούσε από την πώληση ασφαλιστικών προγραμμάτων στην αποκάλυψη κρυφών αδικημάτων.</p>
<p><strong>Το Ανεξήγητο Συμβόλαιο</strong></p>
<p>Το 2008, ένας νέος πελάτης, ο Δημήτρης Καλογεράκης, εμφανίστηκε στο γραφείο του Αρίστου με ένα ασυνήθιστο αίτημα. Ήθελε να ασφαλίσει τη ζωή του για 3 εκατομμύρια ευρώ, κάτι που δεν ήταν ασυνήθιστο από μόνο του. Όμως, το παράξενο ήταν ότι ζητούσε να γίνει ο μοναδικός δικαιούχος η πρώην σύζυγός του, με την οποία είχε ελάχιστη επαφή τα τελευταία χρόνια.</p>
<p>Ο Αρίστος, αν και θεώρησε το αίτημα ασυνήθιστο, προχώρησε με την υπογραφή του συμβολαίου, αφού ο πελάτης πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις. Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, ο Καλογεράκης σκοτώθηκε σε ένα &#8220;ατύχημα&#8221; με το αυτοκίνητό του. Η πρώην σύζυγός του υπέβαλε άμεσα αίτηση για την αποζημίωση, αλλά κάτι δεν του πήγαινε καλά.</p>
<p><strong>Η Αναζήτηση της Αλήθειας</strong></p>
<p>Ο Αρίστος αποφάσισε να εξετάσει την υπόθεση πιο προσεκτικά. Η ασφαλιστική εταιρεία είχε ήδη εγκρίνει την αποζημίωση, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να ξεπεράσει το αίσθημα ότι κάτι δεν ήταν σωστό. Μέσω ιδιωτικής έρευνας, ανακάλυψε ότι η πρώην σύζυγος του Καλογεράκη είχε επαφές με έναν διαβόητο δικηγόρο που είχε εμπλακεί σε ύποπτες υποθέσεις ασφαλιστικών αποζημιώσεων στο παρελθόν.</p>
<p>Ψάχνοντας πιο βαθιά, βρήκε ότι ο Καλογεράκης είχε κάνει ακόμα ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο, αυτή τη φορά με διαφορετική εταιρεία, μόνο δύο εβδομάδες πριν τον θάνατό του. Το περίεργο; Στη δεύτερη αυτή ασφάλιση, ο δικαιούχος δεν ήταν η πρώην σύζυγος, αλλά ένας επιχειρηματίας με τον οποίο ο Καλογεράκης είχε οικονομικές διαφορές.</p>
<p><strong>Η Αποκάλυψη του Σχεδίου</strong></p>
<p>Μέσα από συντονισμένες ενέργειες, ο Αρίστος κατάφερε να αποδείξει ότι ο θάνατος του Καλογεράκη δεν ήταν ατύχημα. Ο άνθρωπος είχε δολοφονηθεί, και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν το κίνητρο. Η πρώην σύζυγός του και ο επιχειρηματίας είχαν σχεδιάσει μαζί την εξόντωσή του, γνωρίζοντας πως με τα χρήματα των αποζημιώσεων θα μπορούσαν να καλύψουν τεράστια χρέη και να εξαφανιστούν.</p>
<p>Ο Αρίστος συνεργάστηκε με τις αρχές και παρείχε όλα τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια, και οι υπεύθυνοι καταδικάστηκαν, ενώ η ασφαλιστική εταιρεία ακύρωσε την αποζημίωση.</p>
<p><strong>Το Σημείο Καμπής</strong></p>
<p>Αυτή η υπόθεση άλλαξε τα πάντα για τον Αρίστο. Κατάλαβε ότι ο κόσμος των ασφαλιστικών δεν ήταν μόνο αριθμοί και συμβόλαια – ήταν γεμάτος μυστικά, ψέματα και ανθρώπους που θα έκαναν τα πάντα για χρήματα. Τότε ήταν που αποφάσισε να εγκαταλείψει την καριέρα του ως ασφαλιστικός πράκτορας και να γίνει ερευνητής ασφαλιστικών υποθέσεων.</p>
<p><strong>Το Μέλλον του Αρίστου</strong></p>
<p>Σήμερα, ο Αρίστος δεν πουλάει πλέον ασφαλιστικά προγράμματα. Αντίθετα, αναλαμβάνει υποθέσεις που κανείς άλλος δεν μπορεί να λύσει. Από έναν ασφαλιστικό πράκτορα που ήθελε να βοηθάει τους πελάτες του, έγινε ένας ντετέκτιβ που αναζητά την αλήθεια σε έναν κόσμο γεμάτο ψεύδη.</p>
<p>Η ιστορία του συνεχίζεται, γιατί όσο υπάρχει απάτη, θα υπάρχει και ο Αρίστος Μανταράκης για να την αποκαλύψει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Αρίστος Μανταράκης: Ο Άνθρωπος που Ένωσε τους Καταναλωτές Ενάντια στην Αισχροκέρδεια</strong></p>
<p>Ο Αρίστος Μανταράκης δεν ήταν απλώς ένας ερευνητής ασφαλιστικών υποθέσεων. Ήταν ένας άνθρωπος που πίστευε στη διαφάνεια και στην προστασία των πολιτών από άδικες πρακτικές. Όταν η οικονομική κρίση χτύπησε τη χώρα, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία των πολιτών, ανεβάζοντας τις τιμές και δημιουργώντας νέες, αμφιλεγόμενες χρεώσεις. Ο Αρίστος δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Έτσι, δημιούργησε ένα από τα πρώτα οργανωμένα κινήματα καταναλωτών στην Ελλάδα, με στόχο να αποκαλύψει τις αθέμιτες πρακτικές και να πιέσει για αλλαγές.</p>
<p><strong>Η Γέννηση του Κινήματος</strong></p>
<p>Το 2011, εν μέσω οικονομικής ύφεσης, ο Αρίστος παρατήρησε ότι εκατοντάδες καταναλωτές παραπονούνταν για ξαφνικές αυξήσεις ασφαλίστρων, τραπεζικά &#8220;ψιλά γράμματα&#8221; που τους χρέωναν επιπλέον ποσά, και εταιρείες που υπόσχονταν εκπτώσεις αλλά δεν τις τηρούσαν. Δημιούργησε λοιπόν την <strong>&#8220;Ασπίδα Καταναλωτών&#8221;</strong>, μια διαδικτυακή πλατφόρμα όπου οι πολίτες μπορούσαν να καταγγείλουν αθέμιτες πρακτικές και να βρουν νομική βοήθεια.</p>
<p>Στην αρχή, το κίνημα ξεκίνησε μικρό, με λίγες καταγγελίες και μια ομάδα εθελοντών που βοηθούσαν στη συγκέντρωση αποδείξεων. Όμως, μέσα σε λίγους μήνες, οι υποθέσεις που έβγαιναν στο φως έδειξαν το μέγεθος του προβλήματος. Οι ασφαλιστικές εταιρείες είχαν δημιουργήσει &#8220;τρύπες&#8221; στα συμβόλαια, οι τράπεζες είχαν επιβάλει παράνομες χρεώσεις, και μεγάλες εταιρείες εκμεταλλεύονταν τους πελάτες τους μέσω κρυφών όρων.</p>
<p><strong>Η Σύγκρουση με τις Μεγάλες Εταιρείες</strong></p>
<p>Όταν η &#8220;Ασπίδα Καταναλωτών&#8221; άρχισε να γίνεται γνωστή, οι πρώτες πιέσεις δεν άργησαν να έρθουν. Νομικές απειλές, προσπάθειες φίμωσης και ακόμα και οικονομικές προτάσεις για να σταματήσει το κίνημα. Ο Αρίστος, όμως, δεν υπέκυψε. Με τη βοήθεια δημοσιογράφων και ανεξάρτητων ερευνητών, αποκάλυψε σκάνδαλα που έφτασαν μέχρι τη Βουλή.</p>
<p>Ένα από τα μεγαλύτερα χτυπήματα του κινήματος ήταν η αποκάλυψη ότι μια από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες στην Ελλάδα είχε πουλήσει χιλιάδες ανασφάλιστα συμβόλαια, αφήνοντας ανυποψίαστους πολίτες εκτεθειμένους. Η υπόθεση έγινε πρωτοσέλιδο και οδήγησε σε έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού.</p>
<p><strong>Η Νίκη των Καταναλωτών</strong></p>
<p>Το 2014, μετά από συνεχείς πιέσεις, η &#8220;Ασπίδα Καταναλωτών&#8221; πέτυχε τη θέσπιση ενός νέου νόμου που υποχρέωνε τις ασφαλιστικές εταιρείες να παρέχουν πλήρη διαφάνεια στα συμβόλαιά τους. Επίσης, αρκετές τράπεζες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν εκατομμύρια ευρώ σε πελάτες που είχαν χρεωθεί παράνομα.</p>
<p>Η μεγαλύτερη νίκη, όμως, ήταν η αλλαγή νοοτροπίας. Οι πολίτες άρχισαν να ερευνούν τις επιλογές τους, να απαιτούν καλύτερη ενημέρωση και να στηρίζουν τις εταιρείες που λειτουργούσαν ηθικά.</p>
<p><strong>Το Μέλλον του Κινήματος</strong></p>
<p>Σήμερα, η &#8220;Ασπίδα Καταναλωτών&#8221; συνεχίζει να λειτουργεί, αν και ο Αρίστος έχει αποσυρθεί από την πρώτη γραμμή, επιλέγοντας να αφιερωθεί στην ερευνητική του εργασία. Όμως, το κίνημα που δημιούργησε παραμένει ζωντανό, και η επιρροή του φαίνεται κάθε φορά που ένας καταναλωτής απαιτεί το δικαίωμά του στην αλήθεια.</p>
<p>Ο Αρίστος Μανταράκης απέδειξε ότι ακόμα και ένας άνθρωπος μπορεί να φέρει την αλλαγή. Και η ιστορία του είναι η απόδειξη ότι η αλήθεια πάντα βρίσκει τον δρόμο της, όσο δύσβατος κι αν είναι. Όμως, η αφοσίωση σε έναν σκοπό έχει κόστος, και ο Αρίστος ξέρει πως όσα και αν κέρδισε στον αγώνα του, έχασε κάτι που ποτέ δεν θα αναπληρώσει πλήρως: την οικογένεια που αγαπούσε.</p>
<p>Η ιστορία του θα συνεχιστει σε επόμενο άρθρο</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/aristos-mantarakis-istoria-sunexizetai/">Η Ζωή και οι Υποθέσεις του Αρίστου Μανταράκη : Η ιστορία συνεχίζεται</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο</title>
		<link>https://allgood.gr/akrata-timise-ton-menio-sakelaropoulo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βασίλειος Μουντάκης]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 21 Aug 2024 09:20:30 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[FACEBOOK]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΘΛΗΤΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΤΡΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΓΟΝΟΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνικά]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΑΞΙΔΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ακράτα]]></category>
		<category><![CDATA[Ακρατινή]]></category>
		<category><![CDATA[Αναγέννησις]]></category>
		<category><![CDATA[Αντώνη Σταυρόπουλο]]></category>
		<category><![CDATA[Βαλκουβίνα (Άμπελο)]]></category>
		<category><![CDATA[Γιώργος Χελάκης.]]></category>
		<category><![CDATA[Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο]]></category>
		<category><![CDATA[Μάρη]]></category>
		<category><![CDATA[Μένιο Σακελλαρόπουλο]]></category>
		<category><![CDATA[νόημα]]></category>
		<category><![CDATA[ο Αρχάγγελος των Βράχων]]></category>
		<category><![CDATA[ολόγιομο φεγγάρι]]></category>
		<category><![CDATA[Ράχωβα ((Εξοχή).]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=13762</guid>

					<description><![CDATA[<p>Είχα τη τιμή και την ευκαιρία να παρευρεθώ στη  τιμητική εκδήλωση  για το ΄΄συγχωριανό μου&#8221; στην Άμπελο ,δημοσιογράφο Μένιο Σακελαρόπουλο . Το φανατικό Αχαιό , Ακρατινό , Αμπελιώτη Μένιο. Σε μια καταπληκτική βραδιά με  πανσέλινο ο Μένιος με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση ανέλυσε, με γλαφυρό και συνάμα με  συνοπτικό  τρόπο , τα παιδικά του χρόνια  &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/akrata-timise-ton-menio-sakelaropoulo/">Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Είχα τη τιμή και την ευκαιρία να παρευρεθώ στη  τιμητική εκδήλωση  για το ΄΄συγχωριανό μου&#8221; στην Άμπελο ,δημοσιογράφο Μένιο Σακελαρόπουλο .</strong></p>
<p><strong>Το φανατικό Αχαιό , Ακρατινό , Αμπελιώτη Μένιο.</strong></p>
<p><strong>Σε μια καταπληκτική βραδιά με  πανσέλινο ο Μένιος με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση ανέλυσε, με γλαφυρό και συνάμα με  συνοπτικό  τρόπο , τα παιδικά του χρόνια  στην Ακράτα  και στην Αθήνα  καθώς και όλη τη πορεία του στη δημοσιογραφία και την επαγγελματική του διαδρομή.</strong></p>
<p><strong>Έδωσε πολλές πληροφορίες για το τρόπο , τα βιώματα και τις &#8221;θυσίες &#8221; που έκανε τα τελευταία 20 χρόνια  για τη συγγραφή των 21 βιβλίων του .</strong></p>
<p>Για τα  βιώματά του στη φυλακή , για Βίβιαν από τα Καλάβρυτα , για το πατέρα του πυροσβέστη με τα 16 γράμματα , με το τυφλό , με το μετανάστη , για το ταξίδι του στα Γιάννενα και πολλά άλλα</p>
<p><em><strong>Με ιδιαίτερη συγκίνηση μίλησε για το πατέρα του , το φτωχό πλην τίμιο δημόσιο υπάλληλο και το πατρικό του σπίτι στη Φρεαττύδα  </strong></em></p>
<p><strong>Όσοι είχαμε τη τύχη και τη χαρά να βρεθούμε στην εκδήλωση μάθαμε πολλά για τη ζωή του και το σπουδαίο συγραφικό του έργο.</strong></p>
<p>&#8216;Οσοι  από εμάς ασχολούμαστε με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το ποδόσφαιρο , γνωρίζουμε πολλές δεκαετίες το Μένιο ως κορυφαίο αθλητικό δημοσιογράφο , σήμερα τον γνωρίσαμε ως σπουδαίο συγγραφέα</p>
<p>Ο Σελλιανίτης Αθλητικός δημοσιογράφος Γιώργος Χελάκης ανέφερε χαρακτηριστικά για το Μένιο</p>
<p>ως &#8221; εργάτη&#8221; της δημοσιογραφίας με 12ωρα σκληρής δουλειάς ,ταγμένος μέρα και νύχτα στο καθήκον .</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-medium wp-image-13764" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-2-300x200.jpg" alt="σακελ 2" width="300" height="200" title="Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-2-300x200.jpg 300w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-2-1024x683.jpg 1024w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-2-768x512.jpg 768w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-2.jpg 1080w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Με αφορμή την τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ακράτας &#8220;Αναγέννησις&#8221; ο γνωστός δημοσιογράφος-συγγραφέας Μένιος Σακελλαρόπουλος σε ανάρτησή του σημείωσε:</strong><br />
Χόρευε πάνω από το κεφάλι μας το ολόγιομο φεγγάρι δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο σκηνικό θεάτρου! Έτσι μετέτρεψε μια παρουσίαση σε μυσταγωγία! Ήταν μοναδική βραδιά στον πεζόδρομο της Ακράτας, που γέμισε ασφυκτικά γι&#8217; αυτή την ξεχωριστή νύχτα! Η Αναγέννηση με τίμησε μ&#8217; έναν υπέροχο τρόπο, με την εκδήλωση &#8220;20 χρόνια 20 βιβλία&#8221;.</p>
<p>Με γλυκά και ζεστά λόγια καρδιάς από τη Μάρη Παπαγεωργοπούλου , τον Αντώνη, τον Γιώργος Χελάκης ΙΙ , όλα με ΝΟΗΜΑ Νόημα ΙΚΕ. Η τιμή από συμπατριώτες έχει μεγαλύτερη αξία!</p>
<p><a href="https://tempo24.news/eidisi/493691/i-akrata-timise-ton-dimosiografo-syggrafea-menio-sakellaropoylo-foto" target="_blank" rel="noopener">Πηγή https://tempo24.news/</a></p>
<p>&nbsp;</p>
<div dir="auto"><em><strong>Ο φίλος μας Σελιανίτης Δημοσιογράφος Μπαλλής Δημήτρης , παρόν και αυτός στην εκδήλωση, έγραψε στο facebook</strong></em></div>
<div dir="auto">&#8221;&#8217;Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος γιόρτασε 20 χρόνια συγγραφικής πορείας, με 20 βιβλία, στον πεζόδρομο της Ακράτας. Τιμή μου που είμαστε φίλοι για πάνω από τρεις δεκαετίες και κοντοχωριανοί. Μένει στη Βαλκουβίνα (Άμπελο) αλλά ο πατέρας του ήταν από τη Ράχωβα ((Εξοχή).</div>
<div dir="auto">Το τελευταίο του βιβλίο, ο Αρχάγγελος των Βράχων κυκλοφορεί.</div>
<div dir="auto">Γλαφυρό γράψιμο με στοιχεία ρεπορτάζ που σε καθηλώνουν.</div>
<div dir="auto">Την παρουσίαση έκανε η Μάρη Παπαγεωργοπούλου και προλόγισε ο Σελιανίτης Γιώργος Χελάκης.</div>
<div dir="auto">Συγχαρητήρια στο βιβλιοπωλείο Νόημα, στον Σελιανίτη Αντώνη Σταυρόπουλο και την Ακρατινή Μάρη για την άψογη διοργάνωση.&#8221;&#8217;</div>
<div dir="auto"><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-medium wp-image-13766" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/456461487_3502621140041217_6884271443529132193_n-300x240.jpg" alt="456461487 3502621140041217 6884271443529132193 n" width="300" height="240" title="Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/456461487_3502621140041217_6884271443529132193_n-300x240.jpg 300w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/456461487_3502621140041217_6884271443529132193_n-1024x819.jpg 1024w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/456461487_3502621140041217_6884271443529132193_n-768x614.jpg 768w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/456461487_3502621140041217_6884271443529132193_n.jpg 1080w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /></div>
<div dir="auto"></div>
<div dir="auto">Κλείνοντας να ευχαριστήσω από καρδιάς και τον Σελιανίτη φίλο μου τον <strong><em>Αντώνη Σταυρόπουλο  , τον ιδιοκτήτη</em> βιβλιοπωλείο &#8221; Νόημα&#8221;</strong>  <em><strong>και τη Μάρη </strong></em> για το κέρασμα της παρέας μας στη πανέμορφη και γραφική πλατεία της Ακράτας .</div>
<div dir="auto"></div>
<div dir="auto"></div>
<div dir="auto">Βιβλία του: &#8220;Είκοσι Χρόνια Ταξίδια&#8221;, τα μυθιστορήματα &#8220;The Game Boy &#8211; Το Μοιραίο 10&#8221;, &#8220;Θα Πεθάνεις, Ρε!&#8221;, &#8220;Η Νύχτα της Λώρας&#8221;, το &#8220;Μαύρο Φιλί&#8221; και το &#8220;Φεγγάρι από Πέτρα&#8221;, &#8220;Δυο Μαύρα Πουκάμισα&#8221; και &#8220;Πορφυρός Κώδικας&#8221; μια ειδική ημερολογιακή έκδοση με τίτλο &#8220;Ολυμπιάδα, Ιστορία και Θρύλοι&#8221;<a class="product-title" title="Δεκατρία κεριά στο σκοτάδι" href="https://www.protoporia.gr/sakellaropoylos-menios-dekatria-keria-sto-skotadi-9786180117196.html" target="_blank" rel="noopener">Δεκατρία κεριά στο σκοτάδι</a>, <a class="product-title" title="Τα δεκαέξι γράμματα" href="https://www.protoporia.gr/sakellaropoylos-menios-ta-dekae3i-grammata-9786180136098.html" target="_blank" rel="noopener">Τα δεκαέξι γράμματα</a>,   <a class="product-title" title="Το κορίτσι της στάχτης" href="https://www.protoporia.gr/sakellaropoylos-menios-to-koritsi-ths-staxths-9786180141818.html" target="_blank" rel="noopener">Το κορίτσι της στάχτης</a>,,<a class="product-title" title="Πικρό γάλα" href="https://www.protoporia.gr/sakellaropoylos-menios-pikro-gala-9786180131987.html" target="_blank" rel="noopener">Πικρό γάλα</a>, <a class="product-title" title="Ενός λεπτού σιγή" href="https://www.protoporia.gr/sakellaropoylos-menios-enos-leptoy-sigh-9786180146639.html" target="_blank" rel="noopener">Ενός λεπτού σιγή</a>, <a class="product-title" title="Ο χορός των συμβόλων" href="https://www.protoporia.gr/sakellaropoylos-menios-o-xoros-twn-symbolwn-9786180122893.html" target="_blank" rel="noopener">Ο χορός των συμβόλων</a> κ.ά.</div>
<div dir="auto"></div>
<div dir="auto">Βασίλης Μουντάκης</div>
<div dir="auto"></div>
<div dir="auto"></div>
<div dir="auto"></div>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-medium wp-image-13765" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-3-212x300.jpg" alt="σακελ 3" width="212" height="300" title="Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-3-212x300.jpg 212w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/08/σακελ-3.jpg 724w" sizes="auto, (max-width: 212px) 100vw, 212px" /></p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/akrata-timise-ton-menio-sakelaropoulo/">Η Ακράτα τίμησε τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Μένιο Σακελλαρόπουλο</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Βιτσέντζος Κορνάρος -&#8220;ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ&#8221;</title>
		<link>https://allgood.gr/%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%82/</link>
					<comments>https://allgood.gr/%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%82/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βασίλειος Μουντάκης]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 24 Mar 2024 10:20:35 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[FACEBOOK]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΤΡΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΥΝΑΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνικά]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[-"ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ"]]></category>
		<category><![CDATA["Aφέντη]]></category>
		<category><![CDATA[Aρετούσα]]></category>
		<category><![CDATA[Aφέντες]]></category>
		<category><![CDATA[PHΓAΣ]]></category>
		<category><![CDATA[Pωτόκριτε]]></category>
		<category><![CDATA[Xάρος.]]></category>
		<category><![CDATA[αναθιβάνεις]]></category>
		<category><![CDATA[Βιτσέντζος Κορνάρος]]></category>
		<category><![CDATA[γρικά]]></category>
		<category><![CDATA[επεριμπλέκαν]]></category>
		<category><![CDATA[έρωτα]]></category>
		<category><![CDATA[ευγενειάς]]></category>
		<category><![CDATA[κακορίζικος]]></category>
		<category><![CDATA[λαβωματιά]]></category>
		<category><![CDATA[λαγουτάρης]]></category>
		<category><![CDATA[ΠOΛYΔΩPOΣ]]></category>
		<category><![CDATA[Παλάτι]]></category>
		<category><![CDATA[τραγουδιστής]]></category>
		<category><![CDATA[Φροσύνη]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=12588</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γεννιέται ο Βιτσέντζος Κορνάρος Στις 26 Μαρτίου 1553 γεννιέται ο ποιητής και σημαντικότερος εκπρόσωπος της Κρητικής Λογοτεχνίας Βιτσέντζος Κορνάρος. Θεωρείται ο πιθανότερος δημιουργός του «Ερωτόκριτου». Για τη ζωή του δε διαθέτουμε πολλές πληροφορίες, παρά μόνον όσες αναφέρει ο ίδιος στους τελευταίους στίχους του «Ερωτόκριτου» πως καταγόταν από την Ανατολική Σητεία της Κρήτης. Έχει ταυτιστεί με &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%82/">Βιτσέντζος Κορνάρος -&#8220;ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ&#8221;</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h2>Γεννιέται ο Βιτσέντζος Κορνάρος</h2>
<p>Στις 26 Μαρτίου 1553 γεννιέται ο ποιητής και σημαντικότερος εκπρόσωπος της Κρητικής Λογοτεχνίας Βιτσέντζος Κορνάρος. Θεωρείται ο πιθανότερος δημιουργός του «Ερωτόκριτου».</p>
<p>Για τη ζωή του δε διαθέτουμε πολλές πληροφορίες, παρά μόνον όσες αναφέρει ο ίδιος στους τελευταίους στίχους του «Ερωτόκριτου» πως καταγόταν από την Ανατολική Σητεία της Κρήτης.</p>
<p>Έχει ταυτιστεί με πέντε διαφορετικά πρόσωπα που έφεραν το ίδιο όνομα.</p>
<p>Διάσταση απόψεων υπάρχει και για την καταγωγή του. Η μία πλευρά με κυριότερο εκπρόσωπο τον μελετητή Στάφανο Ξανθουδίδη υποστηρίζει πως ο Κορνάρος ήταν Κρητικός και όχι εξελληνισμένος Βενετσιάνος. Σύμφωνα με την άποψη αυτή έζησε στη Σητεία και στο Κάστρο (Ηράκλειο). Στον αντίποδα, η άλλη πλευρά υποστηρίζει πως ήταν απόγονος Βενετών ευγενών που διέμεναν στην Κρήτη και διατηρούσαν διάφορα αξιώματα.</p>
<p>Το κυριότερο έργο του υπήρξε ο «Ερωτόκριτος», ένα εκτενές αφηγηματικό ποίημα σε 10.000 δεκαπεντασύλλαβους στίχους διασώθηκε σε ένα μόνο αντίγραφο του 1710. Η πρώτη του έκδοση πραγματοποιήθηκε στη Βενετία το 1713.</p>
<p>Η απήχησή του ήταν τέτοια που επανεκδίδεται αδιαλείπτως κάθε χρόνο ως τις μέρες μας. Μάλιστα στο πρόσφατο παρελθόν οι λαϊκοί ραψωδοί και παραμυθάδες απήγγειλαν εν είδει προφορικής παράδοσης μεγάλα τμήματα του έργου σε πανηγύρια.</p>
<p>Ο μύθος του έργου δεν είναι πρωτότυπος αλλά απαντάται με μικρές διαφοροποιήσεις σε έργα της ελληνιστικής περιόδου και των μεσαιωνικών χρόνων. Στο έργο ο Κορνάρος φαίνεται πως επηρεάστηκε και το Αναγεννησιακό έργο «Μαινόμενος Ορλάνδος» του Αριόστο.</p>
<p>Η συμβολή του Κορνάρου έγκειται στο γεγονός πως αφού παρέλαβε στοιχεία από ένα μέτριο λογοτεχνικό έργο συνέθεσε ένα αριστούργημα με καθαρά ελληνική πλοκή. Κύρια χαρακτηριστικά του έργου είναι η επική δύναμη και ο γνήσιος λυρισμός.</p>
<p>Εκτός από τον «Ερωτόκριτο», ο Κορνάρος συνέγραψε το έργο η «Θυσία του Αβράαμ». Πρόκειται για ένα ποιητικό δράμα. Βάσει του ύφους, της γλώσσας και των εσωτερικών στοιχείων του έργου, οι φιλόλογοι το αποδίδουν στον Κορνάρο.</p>
<p>Το έργο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1635 και είχε ως πρότυπο την ιταλική τραγωδία «Ισαάκ». Ο Κορνάρος μετέτρεψε τη μυθοπλασία προσθέτοντάς της την άψογη τεχνική διάρθρωση, την ποιητική πνοή και τους έξοχα ψυχογραφημένους χαρακτήρες.</p>
<p>Πέθανε το 1613.</p>
<p>(Πηγές: Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Wikipedia</p>
<p><a href="https://www.historical-quest.com/monimes-sthles/san-simera/772-gennietai-o-vitsentzos-kornaros.html" target="_blank" rel="noopener">πηγή https://www.historical-quest.com/</a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="font-weight: 400;"><strong>BITZENTZOY ΚΟΡΝΑΡΟΥ</strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong>&#8220;ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ&#8221;</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-medium wp-image-12589" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/800X440PIN-300x165.jpg" alt="800X440PIN" width="300" height="165" title="Βιτσέντζος Κορνάρος -&quot;ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ&quot;" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/800X440PIN-300x165.jpg 300w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/800X440PIN-768x422.jpg 768w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/800X440PIN.jpg 800w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p>Το έργο διαδραματίζεται στην <a class="mw-redirect" title="Αρχαιότητα" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">αρχαία</a> <a title="Αθήνα" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">Αθήνα</a>, ο κόσμος όμως που απεικονίζει είναι σύνθετο κατασκεύασμα που δεν ανταποκρίνεται σε κάποια συγκεκριμένη <a title="Ιστορία" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">ιστορική</a> πραγματικότητα: παράλληλα με τις <a title="Αρχαία Ελλάδα" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">αρχαιοελληνικές</a> αναφορές, εμφανίζονται <a title="Αναχρονισμός" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82" target="_blank" rel="noopener">αναχρονισμοί</a> και πολλά στοιχεία του <a class="mw-redirect" title="Δυτικός κόσμος" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82" target="_blank" rel="noopener">δυτικού κόσμου</a>, όπως η <a title="Κονταρομαχία" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">κονταρομαχία</a>. Η υπόθεση χωρίζεται σε πέντε τμήματα και είναι συνοπτικά η εξής:</p>
<ul>
<li><b>Α.</b> Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του Αρτέμη αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά (Πεζόστρατος), ο Ερωτόκριτος. Ο Ερωτόκριτος φανερώνει τον έρωτά του για την κόρη του βασιλιά στον φίλο του Πολύδωρο, ο οποίος όμως του προτείνει να μη διανοηθεί να φανερώσει τον Έρωτά του στον Βασιλιά, διότι θα βάλει σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Ο Ερωτόκριτος συμφωνεί και επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά ερωτικά τραγούδια. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή και επιζητά να μάθει ποιος είναι. Αλλά και όλο το παλάτι, ακόμη και ο ίδιος ο βασιλιάς Ηράκλης, αναρωτιούνται ποιος είναι ο άγνωστος τροβαδούρος που κάθε βράδυ γλυκαίνει τον ύπνο του παλατιού με τα ερωτικά τραγούδια του. Ο βασιλιάς αποφασίζει να μάθει την ταυτότητα του νέου και διατάζει τους στρατιώτες του να στήσουν ένα βράδυ ενέδρα ώστε να τον συλλάβουν και να τον παρουσιάσουν μπροστά του. Η ενέδρα αποτυγχάνει καθώς ο Ερωτόκριτος μαζί με τον καλύτερό του φίλο Πολύδωρο, σκοτώνουν δύο από τους στρατιώτες του βασιλιά και ξεφεύγουν. Ακούγοντας τον φίλο του Πολύδωρο, που του τονίζει πως αν αποκαλυφθεί η ταυτότητά του, ελλοχεύει ο κίνδυνος της ατίμωσης όχι μόνο του ιδίου αλλά και του πατέρα του, ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη <a title="Χαλκίδα" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">Χαλκίδα</a> για να ξεχάσει τον έρωτα για την Αρετούσα. Πριν φύγει, ζητάει από τη μητέρα του να μην επιτρέψει σε κανέναν να μπει στο δωμάτιό του, μιας και εκεί κρύβει τους στίχους από τα ερωτικά τραγούδια που έγραψε για την Αρετούσα. Στο διάστημα της απουσίας του, ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Βασίλισσα μαζί με την πριγκίπισσα Αρετούσα τον επισκέπτονται, η μητέρα του για να τιμήσει την επίσκεψη τους, ανοίγει όλα τα δωμάτια του σπιτιού τους. Η Αρετούσα μπαίνει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου και βρίσκει μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Αμέσως καταλαβαίνει πως αυτός είναι ο άγνωστος τραγουδιστής και το εκμυστηρεύεται στην παραμάνα της, τη Φροσύνη. Όταν ο Ερωτόκριτος επιστρέφει, για να δει τον πατέρα του, ο οποίος ενδιάμεσα έχει γίνει καλά, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει από τη μάνα της πως μόνο η Αρετούσα είχε επισκεφτεί στο δωμάτιό του. Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα τού στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του. Ο Ερωτόκριτος καταλαβαίνει ότι το πάθος του βρίσκει ανταπόκριση, αρχίζει να συχνάζει πάλι στο παλάτι και οι δύο ερωτευμένοι βεβαιώνονται με τα μάτια για την αμοιβαία αγάπη τους.</li>
</ul>
<ul>
<li><b>Β.</b> Ο Βασιλιάς, για να διασκεδάσει την κόρη του, που τη βλέπει μελαγχολική, οργανώνει ένα κονταροκτύπημα. Παίρνουν μέρος αφέντες και αρχοντόπουλα από διάφορους ελληνικούς τόπους που είχαν φημισμένα κάστρα: τη Μυτιλήνη, το Ανάπλι (Ναύπλιο), την Πάτρα, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Έγριπο, την Αξιά (Νάξο). Έρχονται ακόμη ο αφέντης της Μακεδονίας, ο γιός του Βασιλιά του Βυζαντίου, και το ρηγόπουλο της Κύπρου. Μετέχουν επίσης και ξένοι: ο φοβερός Καραμανίτης (Τούρκος) Σπιθόλιοντας και ο Σκλαβούνος (Δαλματός Σλάβος). Τελευταίος έρχεται ο Κρητικός Χαρίδημος, αφέντης της Γορτύνης. Ο Βασιλιάς ανακοινώνει πως ο νικητής θα λάβει ως έπαθλο ένα χρυσό στεφάνι, το οποίο θα ετοιμάσει η Αρετούσα. Ο Ερωτόκριτος είναι ο νικητής.</li>
</ul>
<ul>
<li><b>Γ.</b> Το πάθος της Αρετούσας γίνεται τώρα σφοδρότερο. Με δική της πρωτοβουλία, παρά τις συμβουλές της παραμάνας της Φροσύνης, αρχίζει να συναντάται με τον Ερωτόκριτο τη νύχτα, σ’ ένα καγκελόφραχτο παράθυρο του παλατιού. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Ο Ερωτόκριτος παίρνει την απόφαση να φανερώσει τον έρωτά του στον πατέρα του Πεζόστρατο, πιστό σύμβουλο τον βασιλιά, ζητώντας τον να ζητήσει εκ μέρους του το χέρι της Αρετούσας. Ο Πεζόστρατος κάνει τη χάρη του υιού του, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως ο βασιλιάς θα θυμώσει με αυτή την πρόταση. Όπως είναι φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται με το «θράσος» του νέου και αποφασίζει να τον εξορίσει, ενώ παράλληλα επιπλήττει τον Πεζόστρατο, τον οποίο δεν τιμωρεί λόγω της παλιάς τους φιλίας. Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από τον βασιλιά του Βυζαντίου και ο Βασιλιάς αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του. Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη και του χαρίζει ένα δακτυλίδι της, ως δακτυλίδι του αρραβώνα τους, ζητώντας τον να το φοράει για πάντα &#8211; ακόμη και στον θάνατο, θα είναι ζευγάρι. Ο Ερωτόκριτος φεύγει για την εξορία του αποχαιρετώντας τους γονείς του, ενώ ζητά από τα θεϊκά Άστρα και τον Ήλιο να τιμωρήσουν τον σκληρό βασιλιά.</li>
</ul>
<ul>
<li><b>Δ.</b> Ο Ηράκλης, υποψιαζόμενος ότι η κόρη του αγαπά τον Ερωτόκριτο, αποφασίζει να επισπεύσει τον γάμο με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου. Η Αρετούσα αρνιέται, ο βασιλιάς επιμένει, και τελικά η νέα φυλακίζεται μαζί με την παραμάνα της που προσπαθεί να τη δικαιολογήσει. Ύστερα από τρία χρόνια ένας βόρειος αντίπαλος, οι <a title="Βλάχοι" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BF%CE%B9" target="_blank" rel="noopener">Βλάχοι</a> (Ρουμάνοι) με τον βασιλιά τους Βλαντίστρατο (<i>Vladislav</i>) εισβάλλουν στη χώρα και πολιορκούν την <a title="Αθήνα" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">Αθήνα</a>. Ο Ερωτόκριτος αποφασίζει να επιστρέψει στην <a title="Αθήνα" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1" target="_blank" rel="noopener">Αθήνα</a>, παραβαίνοντας την εξορία του. Με τη βοήθεια μιας μάγισσας, αποκτά ένα μαγικό υγρό που αλείφοντας το στο πρόσωπό του, γίνεται αγνώριστος και στο πρόσωπο και στη φωνή του. Έτσι, επιστρέφει στην Αθήνα και παίρνει μέρος στις μάχες που ακολουθούν. Ο Ερωτόκριτος αποδεικνύεται σπουδαίος πολεμιστής και αποκτάει γρήγορα μεγάλη φήμη στο Παλάτι, ενώ γίνεται ο φόβος και ο τρόμος των εχθρών. Ο ίδιος ο βασιλιάς μάλιστα, αναζητά τον άγνωστο πολεμιστή και του προσφέρει σπουδαία δώρα, τα οποία όμως ο Ερωτόκριτος αρνείται. Σε μια μάχη μάλιστα, που ο βασιλιάς και ο σωματοφύλακας του, ο φίλος του Ερωτόκριτου Πολύδωρος, βρίσκονται σε δύσκολη θέση, ο Ερωτόκριτος κατανικάει τους εχθρούς, σώζοντας και τον στρατό και τον φίλο του και τον βασιλιά από βέβαιο θάνατο. Εξασφαλίζει ακόμη και την τελική νίκη σε μία μονομαχία που γίνεται, έπειτα από συμφωνία των δύο αντιπάλων, ανάμεσα στον Ερωτόκριτο και τον ανιψιό του βασιλιά των Βλάχων Άριστο, που έχει φτάσει από τη Φραγκιά (τη λατινική Δύση). Ο Άριστος σκοτώνεται στη μονομαχία και οι Βλάχοι με μια επιβλητική νεκρική πομπή παίρνουν μαζί τους το σώμα του και αποχωρούν από την Αθήνα.</li>
</ul>
<ul>
<li><b>Ε.</b> Νικητής αλλά και σοβαρά πληγωμένος ο Ερωτόκριτος μεταφέρεται, αγνώριστος πάντοτε, στο παλάτι. Γίνεται τέλος καλά, λέει στον βασιλιά ότι ονομάζεται Κριτίδης, και αρνούμενος κάθε άλλη ανταμοιβή ζητά να πάρει γυναίκα του τη φυλακισμένη ακόμη Αρετούσα. Ο βασιλιάς του εκμυστηρεύεται πως δυστυχώς η κόρη του δεν δέχεται κανένα προξενιό, αποκαλύπτοντας του τον λόγο της φυλακίσεώς της. Ο Ερωτοκριτος επιμένει να τη δει και πείθει τον βασιλιά να του επιτρέψει να την επισκεφθεί στο κελί της. Την επισκέπτεται ο ίδιος στη φυλακή και διατυπώνει την πρόταση του, αλλά η κόρη αρνιέται με επιμονή. Ο ξένος θέλοντας να δοκιμάσει την πίστη της, της αφήνει τάχα ως δώρο το δαχτυλίδι που είχε δώσει η ίδια στον Ερωτόκριτο για τον αρραβώνα τους και όταν αυτή έκπληκτη το αναγνωρίζει, τον διατάσσει επιτακτικά να της πει που το βρήκε. Ο Κριτίδης/Ερωτόκριτος, πλάθει μια ιστορία κατά την οποία αποκαλύπτει στην πριγκίπισσα πως το δαχτυλίδι αυτό, της έδωσε πριν καιρό, ένας νεαρός που βρήκε να αργοπεθαίνει μετά από μάχη με δύο θηρία στο δάσος. Ο νεαρός ενώ αργοπέθαινε, του έδωσε το δαχτυλίδι, λέγοντας ξεψυχώντας «σε έχασα Αρετούσα μου». Η Αρετούσα, αναγνωρίζοντας το δαχτυλίδι, θρηνεί τον αγαπημένο της. Τότε ο άγνωστος μελαχρινός νέος, με το μαγικό υγρό, παίρνει πάλι την όψη του Ερωτόκριτου και αναγνωρίζεται από την Αρετούσα. Τελικά το ζευγάρι στεφανώνεται μέσα σε γενική χαρά, ο βασιλιάς συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του, και ο Ερωτόκριτος, όπως στα παραμύθια, ανεβαίνει στον θρόνο της Αθήν</li>
</ul>
<p style="font-weight: 400;"><strong>Πατήστε εδώ για να πάτε σε κάθε ενότητα:</strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong><a href="http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm#%CE%95%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%91" target="_blank" rel="noopener">Ενότητα Α</a></strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong><a href="http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm#%CE%95%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%92" target="_blank" rel="noopener">Ενότητα Β</a></strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong><a href="http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm#%CE%95%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%93" target="_blank" rel="noopener">Ενοτητα Γ</a></strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong><a href="http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm#%CE%95%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%94" target="_blank" rel="noopener">Ενότητα Δ</a></strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong><a href="http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm#%CE%95%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%95" target="_blank" rel="noopener">Ενότητα Ε</a></strong></p>
<p style="font-weight: 400;"><strong>Ενότητα Α</strong></p>
<p>ΠΟΙΗΤΗΣ</p>
<p>1     Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,<br />
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·<br />
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,<br />
μα στο Kαλό κ&#8217; εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·<br />
και των Αρμάτω&#8217; οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,           5<br />
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·<br />
αυτάνα μ&#8217; εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,<br />
ν&#8217; αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν<br />
σ&#8217; μιά Κόρη κ&#8217; έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα&#8217; ομάδι<br />
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.          10<br />
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,<br />
ας έρθει για ν&#8217; αφουκραστεί ό,τ&#8217; είν&#8217; εδώ γραμμένα·<br />
να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει<br />
πάντα σ&#8217; αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.<br />
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,          15<br />
εις μιάν αρχή [α&#8217; βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.<br />
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού&#8217;χει γνώση,<br />
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.<br />
2     Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,<br />
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,          20<br />
τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,<br />
κ&#8217; εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.<br />
Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,<br />
και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.<br />
Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,          25<br />
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,<br />
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,<br />
μ&#8217; άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.<br />
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ&#8217; άλλους,<br />
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ&#8217; όλους τους μεγάλους·<br />
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,          31<br />
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.<br />
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ&#8217; εσυντροφιάστη ομάδι<br />
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]&#8217;βρισκε ψεγάδι.<br />
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,          35<br />
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.<br />
K&#8217; οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,<br />
στην όρεξιν ευρίσκουντα&#8217;, στον Πόθον εταιριάζαν.<br />
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ&#8217; άλλο,<br />
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο·          40<br />
γιατ&#8217; ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα&#8217;,<br />
σ&#8217; έγνοια μεγάλη και βαρά τσ&#8217; ήβανε τέτοιο πράμα.<br />
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα&#8217; νύκτα-μέρα,<br />
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.<br />
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,          45<br />
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.<br />
Περνούν οι χρόνοι κ&#8217; οι καιροί, κ&#8217; η Pήγισσα εγαστρώθη,<br />
κι ο Pήγας απ&#8217; το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.<br />
3     Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ&#8217; ήρθεν εκείνη η ώρα,<br />
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ&#8217; η Xώρα.          50</p>
<p>Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που&#8217;φεξεν το Παλάτι,<br />
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.<br />
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη<br />
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ&#8217; οι άλλοι.<br />
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,          55<br />
κ&#8217; οι γειτονιές εχαίρουνταν κ&#8217; οι τόποι αναγαλλιούσαν.</p>
<p>Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,<br />
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.<br />
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ&#8217; εγρικήθη<br />
πως για να το&#8217;χου&#8217; θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.<br />
Kαι τ&#8217; όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,          61<br />
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.<br />
Xαριτωμένο θηλυκό τως το&#8217;καμεν η Φύση,<br />
και σαν αυτή δεν ήτονε σ&#8217; Aνατολή και Δύση.<br />
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,          65<br />
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.<br />
K&#8217; ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,<br />
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.<br />
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,<br />
κ&#8217; επάψασιν οι λογισμοί, κ&#8217; οι πόνοι τως εγιάνα&#8217;.          70</p>
<p>Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,<br />
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.<br />
M&#8217; απ&#8217; όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του<br />
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ&#8217; όνομά του·<br />
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ&#8217; άλλο,          75<br />
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.<br />
Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,<br />
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.<br />
4     Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα&#8217;χε γερόντου γνώση,<br />
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ&#8217; η ερμηνειά του βρώση.          80<br />
Kαι τ&#8217; όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα&#8217;,<br />
ήτονε τσ&#8217; αρετής πηγή και τσ&#8217; αρχοντιάς η φλέγα·<br />
κι όλες τσι χάρες π&#8217; Oυρανοί και τ&#8217; ’στρη εγεννήσαν,<br />
μ&#8217; όλες τον εμοιράνασι, μ&#8217; όλες τον εστολίσαν.<br />
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει          85<br />
να μάθει εκείνα που&#8217;δασι, κ&#8217; εκείνος δεν κατέχει.</p>
<p>Θέλει σ&#8217; εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,<br />
και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.<br />
Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,<br />
μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα&#8217;.          90<br />
Aγάλια-αγάλια σ&#8217; Έρωτα και Πόθον εκινάτο,<br />
πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ&#8217; εκοιμάτο.<br />
H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,<br />
πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.<br />
Tην Aρετούσα στο κουρφό γι&#8217; Aγάπην την εθώρει,          95<br />
μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.<br />
Λίγη αφορμή&#8217;το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,<br />
αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.<br />
Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,<br />
κ&#8217; εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ&#8217; εκέντα μοναχός του.          100<br />
Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν&#8217; αλαφρώσει,<br />
κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.<br />
Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ&#8217; άλογο καβαλάρης,<br />
και με γεράκια και σκυλιά, σα να&#8217;τον κυνηγάρης,<br />
ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ&#8217; το Παλάτι,          105<br />
μα&#8217;σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.<br />
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ&#8217; άλογα εμπορούσαν<br />
τον Πόθο ν&#8217; αλαφρώσουσι που&#8217;χε στην Aρετούσαν,<br />
5     μα πάντα ο νους κ&#8217; η θύμησις ήτονε μετά κείνη.<br />
Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει·          110<br />
αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,<br />
σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-<br />
έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν&#8217; αλαφρύνει,<br />
και να&#8217;βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.<br />
Όπού&#8217;χε δει όμορφο δεντρό, με τ&#8217; άνθη στολισμένο,          115<br />
είν&#8217; τσ&#8217; Aρετούσας το κορμί, τ&#8217; ομορφοκαμωμένο·<br />
όπού&#8217;χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,<br />
ήλεγε· &#8220;Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα&#8221;·<br />
όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,<br />
του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.          120<br />
T&#8217; άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,<br />
γιατ&#8217; είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.<br />
Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,<br />
τσ&#8217; αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·<br />
τ&#8217; άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,          125<br />
γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ&#8217; Aγάπης την οδύνη.<br />
Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,<br />
και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.</p>
<p>Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,<br />
κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ&#8217; εγεννήσα&#8217;.          130<br />
Kαι τ&#8217; όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,<br />
σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.<br />
Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,<br />
μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Λέγει· &#8220;Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,          135<br />
γιατ&#8217; ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν&#8217; αφορμίσω.<br />
Σ&#8217; τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,<br />
το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,<br />
6     τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,<br />
οπού άνεμος δεν τση&#8217;διδε, ουδ&#8217; ήλιος την εθώρει,          140<br />
κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,<br />
ο λογισμός οπού&#8217;βαλα, δίχως θεμέλιο να&#8217;χει.<br />
Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,<br />
κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.<br />
Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,          145<br />
κ&#8217; ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.<br />
Δος μου βουλή παρηγοριά[ς], σα Φίλος βούηθησέ μου,<br />
και τούτα που με βρήκασι δεν τα&#8217;λπιζα ποτέ μου.&#8221;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Eχάθηκε ο Πολύδωρος, του Φίλου του ν&#8217; ακούσει<br />
το πράμα οπού δεν όλπιζε τα χείλη του να πούσι.          150<br />
Kαι με βαρύ αναστεναμό, και μ&#8217; όψιν αλλαμένη,<br />
στρέφεται στο Pωτόκριτον, κ&#8217; έτσι του συντυχαίνει.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
&#8220;Aδέρφι, τά σου γρίκησα, τά μου&#8217;χεις μιλημένα,<br />
ποτέ μου δεν τα λόγιαζα, μουδ&#8217; όλπιζα σε σένα,<br />
να βάλεις έτοιο λογισμόν, κ&#8217; έτσι να κιντυνεύγεις,          155<br />
και πράματα ανημπόρετα κι άμοιαστα να γυρεύγεις·<br />
γιατί σ&#8217; εκράτου&#8217; γνωστικόν, άνθρωπον παιδεμένο,<br />
μα, σα θωρώ, εκομπώνουμουν, ως το&#8217;χω γρικημένο.<br />
Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο,<br />
σήμερο κάνω απόφαση, και κουζουλό σε κρίνω.          160<br />
H Pηγοπούλα, σα γρικώ, Aγάπη δεν κατέχει,<br />
ουδέ λογιάζει το ποτέ, μηδ&#8217; έτοιες έγνοιες έχει.<br />
K&#8217; εσύ πώς αποκότησες, και πώς στο νου σου εμπήκε;<br />
Nα φυτευτεί τέτοιο δεντρό, πώς στην καρδιά σου αφήκε;<br />
Oπού&#8217;χει φύλλα βλαβερά, καρπό φαρμακεμένο,          165<br />
κι από τη ρίζα ώς την κορφήν τ&#8217; αγκάθια γεμισμένο·<br />
ο ανθός του είν&#8217; θανατερός, το πωρικό του βλάφτει,<br />
αντίς αέρος και δροσάς, σαν το καμίνι ανάφτει.<br />
7     Aν η Aρετούσα ήθελε βαλθεί να σ&#8217; αγαπήσει,<br />
εσύ δεν ήμοιαζε ποτέ να μπεις εις έτοιαν κρίση·          170<br />
μα μάλιστα τον Πόθον τση να διώξεις από σένα,<br />
και να μακρύνεις από &#8216;πά, να πορπατείς στα ξένα,<br />
παρά σ&#8217; Aγάπη έτοιας Kεράς να μπεις, να κιντυνεύγεις,<br />
και το κακό σου μοναχός να θέ&#8217; να το γυρεύγεις.<br />
Eις-ε Παλάτια Bασιλιών τα μάτια όντε στραφούσι,          175<br />
πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι·<br />
γιατί οι αυλές των Aφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,<br />
και τα τειχιά του Παλατιού μάτια και συντηρούσι.</p>
<p>&#8220;K&#8217; εσύ πώς αποκότησες και μπήκες σ&#8217; έτοια Πάθη;<br />
H Pηγοπούλα ίντα να πει, Pωτόκριτε, αν το μάθει;          180<br />
Aν το νοήσει κ&#8217; ήβαλεν Πόθο σ&#8217; αυτείνη ο νους σου,<br />
κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του Kυρού σου·<br />
να σας ξορίσουν από &#8216;πά, φτωχούς να σας-ε κάμου&#8217;,<br />
ετούτα κι άλλα πλι&#8217; άσκημα θέ&#8217; να&#8217;ν&#8217; προυκιά του γάμου.<br />
Mετάστρεψε το λογισμόν τούτον οπού σε κρίνει,          185<br />
μην πά&#8217; κι ανάψεις μιά φωτιάν οπού ποτέ δε σβήνει.<br />
Πούρι του ανθρώπου εδόθηκε, κ&#8217; είναι το φυσικό του,<br />
να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του.<br />
Kαι συ ίντα μέτρος ήκαμες σε τούτα οπού μου λέγεις;<br />
Θωρώ και αφήνεις το καλό, και το κακό διαλέγεις.          190<br />
Ωσά γνωρίσει ο άνθρωπος, κι ολπίζει να κερδέσει<br />
κείνο το πράμα π&#8217; αγαπά κι οπού πολλά τ&#8217; αρέσει,<br />
ο νους παραλαφρώνεται, κ&#8217; η ολπίδα του πληθαίνει,<br />
κι απάνω στο λογαριασμόν είναι θεμελιωμένη.<br />
Σαν το μετρήσει μιά και δυό, και βρίσκει το πως μοιάζει,          195<br />
ξετρέχει το με προθυμιά, κι όσο μπορεί σπουδάζει.<br />
K&#8217; εσύ, με ποιό λογαριασμόν έχεις σε τούτ&#8217; ολπίδα;<br />
Aδέρφι μου, έτοιον κουζουλόν ωσάν εσέ δεν είδα!</p>
<p>8     K&#8217; επάσκισε το Pιζικό κ&#8217; η Mοίρα να σε βάλει,<br />
κι αγάπησες έτοιας λογής μιά μας Kερά μεγάλη.          200<br />
Όνειρον είν&#8217; πολλά ζαβό και κουζουλό περίσσα,<br />
και γι&#8217; αφορμάρους τσι κρατούν όσοι ετσιδά αγαπήσα&#8217;.<br />
Πολλά&#8217;ναι δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη,<br />
να θες να μπεις σε Bασιλιούς, σ&#8217; Pηγάτα, και σε πλούτη,<br />
οπού&#8217;ναι διαφορά πολλή στον ένα από τον άλλον·          205<br />
εσένα λέσιν-ε μικρόν, το Pήγα λεν μεγάλον.<br />
Tα χόρτα π&#8217; αγκυλώνουσι, τ&#8217; αγκάθια που κεντούσι,<br />
για πελελούς τσι κράζουσιν, όσοι κι αν τα κρατούσι.<br />
Ποτέ το χέρι στη φωτιά μη &#8216;γγίξεις, γιατί καίγει·<br />
μες στο πηγάδι κάρβουνα κιανείς μην πά&#8217; γυρεύγει.          210</p>
<p>&#8220;O Pήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,<br />
κι ως θέλει, κι ως του φαίνεται, κάνει δική του κρίση·<br />
εις τη βουλήν του βρίσκεται καλό μας και κακό μας,<br />
και μες στο χέρι του κρατεί ζωήν και θάνατό μας.<br />
O Bασιλιός είν&#8217; σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα·          215<br />
μην κομπωθείς πως αγαπά τον Kύρη σου κ&#8217; εσένα.<br />
Kι ο Aφέντης, όσον πλιά αγαπά το δούλο, αν είν&#8217; και σφάλει,<br />
τόσον η όχθρητα πολλή γίνεται και μεγάλη·<br />
και τόσον πλιά στα σφάλματα που στην τιμήν ξαμώνουν,<br />
και στην καρδιάν εγγίζουσι, και μες στο νουν ξαπλώνουν.<br />
Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις·          221<br />
γομάρι οπού δε δύνεσαι, μη θέλεις να σηκώσεις.<br />
Mε το ίδιο σου το φύσισμα, μη βουληθείς να ξάψεις<br />
φωτιά που δεν εσβήνεται, και το κορμί σου κάψεις.<br />
Eις το Παλάτι του Pηγός, Aδέρφι, πλιό μην πηαίνεις,          225<br />
γιατί, σα σε θωρού&#8217; συχνιά ν&#8217; ανεβοκατεβαίνεις,<br />
ο κόσμος είναι πονηρός, κι ο Πόθος σε τυφλώνει,<br />
κι ως και να το κρατείς κρουφό, γοργό το φανερώνει.<br />
9     Kι αν είν&#8217; και τούτο γρικηθεί, που η Tύχη μην τ&#8217; ορίσει,<br />
λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θέ&#8217; να κάμει η κρίση.          230<br />
O Pήγας έχει την εξά, κ&#8217; είναι η δουλειά δική του,<br />
και μ&#8217; απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του.<br />
Kαι τούτην την αποκοτιάν, οπού&#8217;βαλεν ο νους σου,<br />
εσένα φέρνει θάνατο, και πάθη του Kυρού σου.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, του Φίλου του αφουκράτο,          235<br />
ωσάν τυφλός κι ωσά βουβός, και δεν του απιλογάτο.<br />
Kαι με την ώραν την πολλή, σ&#8217; απόκριση εκινήθη,<br />
με κλάημα κι αναστεναμό, του Φίλου απιλογήθη.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
&#8220;Aδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,<br />
και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.          240<br />
Kατέχω, κι α&#8217; μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,<br />
εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.<br />
Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,<br />
μ&#8217; όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.<br />
Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ&#8217; αφήσω,          245<br />
και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,<br />
μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,<br />
και φανερώσει το κρουφόν, οπού&#8217;ναι στο σκοτίδι·<br />
κι ό,τι κι α&#8217; χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,<br />
έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.          250<br />
Mα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,<br />
εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;<br />
Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;<br />
Aπό το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.<br />
Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,          255<br />
εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ&#8217; Eρωτιάς η κρίση.<br />
Oι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν&#8217; το σημάδι,<br />
και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;<br />
10     O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,<br />
γνώση δεν εί&#8217; ουδέ δύναμη να τον-ε πολεμήσει.          260<br />
Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη<br />
έχει τ&#8217; ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·<br />
βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,<br />
και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει·<br />
την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,          265<br />
φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.<br />
’λλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που&#8217;χαν Kαιρού θεμέλιο,<br />
του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.<br />
Eύκολα και τα κάρβουνα κ&#8217; η σπίθα αναλαμπάνει<br />
τ&#8217; άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.          270</p>
<p>&#8220;Eβάλθηκά το από καιρό, και θέλησα ν&#8217; αρχίσω<br />
να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,<br />
να&#8217;βρω βοτάνι δροσερό, και την πληγή να γιάνω,<br />
και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω·<br />
και σ&#8217; άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,          275<br />
και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.<br />
Kι ως το λογιάσω, μου&#8217;ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,<br />
τα μέλη αποκρυγαίνουσι, και μου&#8217;ρχεται τρομάρα·<br />
θαμπώνουνται τα μάτια μου κ&#8217; η όψη απονεκρώνει,<br />
ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει·          280<br />
κι οπίσω α&#8217; θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ&#8217; αμπώθει<br />
σ&#8217; εκείνο που ο λογαριασμός κ&#8217; η γνώση πλιό δε γνώθει.<br />
Λόγιασε σ&#8217; ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι·<br />
πέ&#8217; μου, πώς θες να βουηθηθώ σ&#8217; έτοια δουλειά μεγάλη;</p>
<p>&#8220;Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,          285<br />
μα το μικρό με τον Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.<br />
Eλόγιασα να τη θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώσω,<br />
και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.<br />
11     Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ&#8217; ήβανεν εις τα βάθη,<br />
κ&#8217; ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά&#8217;θη.           290<br />
Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,<br />
κ&#8217; ήρχιζεν κ&#8217; εστρατάριζεν, κ&#8217; εσιγανοπορπάτει.<br />
Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,<br />
κ&#8217; ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.<br />
Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,          295<br />
τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Kαιρόν πληθαίνει,<br />
κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ&#8217; ώρα μεγαλώνει,<br />
και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,<br />
κι απ&#8217; άφαντο κι από μικρό, που&#8217;τον όντεν εφάνη,<br />
κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-          300<br />
το ίδιο εγίνη κ&#8217; εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.<br />
Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,<br />
μα εδά&#8217;χει τόση δύναμη κ&#8217; έτσι μεγάλη εγίνη,<br />
οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ&#8217; αφήνει.<br />
K&#8217; η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,          305<br />
κι οπού με τσ&#8217; αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,<br />
θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,<br />
πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη·<br />
σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,<br />
και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.          310<br />
Kαι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,<br />
κεντά και καίγει δυνατά, και το κορμί μας βλάφτει.</p>
<p>&#8220;Πρωτύτερα, όντε τ&#8217; άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,<br />
σ&#8217; έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.<br />
Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,          315<br />
που στ&#8217; όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το&#8217;χει.<br />
Eμέ κιανείς δε μου&#8217;φταιξε, μηδέ παραπονούμαι<br />
τινός αλλού, στα βάσανα και σ&#8217; τσι καημούς οπού&#8217;μαι.<br />
12     Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,<br />
και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.          320<br />
Tούτες την Πεθυμιάν πετού&#8217;, στον Oυρανόν την πάσι,<br />
κι όσο σιμώνου&#8217; τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν&#8217; η βράση.<br />
Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,<br />
γιατ&#8217; ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.<br />
Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,          325<br />
πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη·<br />
και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,<br />
κι απ&#8217; τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.<br />
Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,<br />
και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.<br />
Kαι τούτη η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,          331<br />
και πάγει τσι φτερούγες [μου] εις τη φωτιά όντε βράζει.<br />
Kι ώστε οπού να&#8217;μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.<br />
Mαγάρι να μ&#8217; ολόκαψε, να μ&#8217; έκαμεν αθάλη!&#8221;</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει του ο Φίλος· &#8220;Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,          335<br />
και βάνει τ&#8217; ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,<br />
Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ&#8217; αυτήν τη ζάλη,<br />
στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.<br />
Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,<br />
κόψε τα, ρίξε τα από &#8216;κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις·          340<br />
γ-ή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,<br />
ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.<br />
Θωρώ το πως σε πολεμού&#8217; δυό σου οχουθροί μεγάλοι,<br />
η Aγάπη με την Πεθυμιά· κ&#8217; η μιά, λέγω, κ&#8217; η άλλη<br />
μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ&#8217; αφήσεις          345<br />
τ&#8217; άμοιαστα, τ&#8217; ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.<br />
Πάντά&#8217;ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει<br />
κείνου οπού τ&#8217; ανημπόρετα και τ&#8217; άμοιαστα γυρεύγει.<br />
13     Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου&#8217;,<br />
πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.          350<br />
Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,<br />
τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.<br />
Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις·<br />
θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις<br />
εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ&#8217; έτοια δουλειά μεγάλη,          355<br />
οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.<br />
Φαρμάκι-ν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,<br />
και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις.&#8221;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν<br />
του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκι-ν αλαφραίναν.          360</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Kαι λέγει· &#8220;Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,<br />
σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ&#8217; εφέρα&#8217;.<br />
K&#8217; εβάλθηκα ν&#8217; απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,<br />
και να μακρύνω απ&#8217; την καρδιάν τσ&#8217; Aγάπης τα μαντάτα,<br />
να δυσκολέψω τσ&#8217; αφορμές οπού με τυραννούσι,          365<br />
κι αν-ε μπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.<br />
Kι α&#8217; δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ&#8217; ώρα ας αποθαίνω<br />
με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.<br />
Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,<br />
παρά να πού&#8217; πως μ&#8217; εντροπήν απ&#8217; τη φλακή μ&#8217; εβγάνα&#8217;.&#8221;          370</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,<br />
την [α]ρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.<br />
Mα&#8217;σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά&#8217;τασσε να κάμει,<br />
και το κορμί του εσούρωνε, κ&#8217; ήτρεμε ωσάν καλάμι.</p>
<p>Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ&#8217; άνθρωπο αναπεύγει,          375<br />
και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,<br />
ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ&#8217; εσιγανοπορπάτει,<br />
κ&#8217; εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.<br />
14     Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ&#8217; αηδόνι·<br />
κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.          380<br />
Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,<br />
και πως σ&#8217; Aγάπη εμπέρδεσεν, κ&#8217; εψύγη κ&#8217; εμαράθη.<br />
Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,<br />
σ&#8217; έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει·<br />
εμέρωνε όλα τ&#8217; άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,          385<br />
στο νουν τ&#8217; ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν·<br />
εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα&#8217;,<br />
το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα&#8217;.<br />
Ήμνογε και του Φίλου του, ο-για να του πιστεύγει,<br />
πως μετ&#8217; αυτά θέ&#8217; να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.          390</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Λέγει του· &#8220;Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο<br />
γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο.<br />
Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,<br />
μου φαίνεται πως είν&#8217; νερό, και τη φωτιά μου σβήνει.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Eλόγιασε ο Πολύδωρος πως σ&#8217; τούτο ν&#8217; αληθέψει,          395<br />
και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψει·<br />
και πάλι τρόπο ακαρτερεί, ως για να τον διατάσσει<br />
ν&#8217; απαρνηθεί και τσι σκοπούς, κι άλλη δουλειά να πιάσει.<br />
Eις τούτην την καλήν καρδιά δεν τον-ε δυσκολεύγει·<br />
σα φρόνιμος, στο διάταμα πάντα Kαιρό γυρεύγει.          400<br />
K&#8217; ήτονε μετά λόγου του, δε θέ&#8217; να τον αφήσει<br />
να πηαίνει μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήσει<br />
εκείνα που τον τυραννούν, κι οπό&#8217;χου&#8217; ακόμη ρίζα,<br />
ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα&#8217;.<br />
Kαι την αυγή, πρι&#8217; άλλος τσι δει, στο σπίτι-ν εγιαγέρναν.          405<br />
Kι ο Pήγας με τη Pήγισσαν πολλή χαράν επαίρναν,<br />
να του γρικού&#8217; να τραγουδεί, κ&#8217; έτσι γλυκιά να λέγει<br />
του Έρωτα τσι πονηριές, και πράξες του να ψέγει.</p>
<p>15     M&#8217; απ&#8217; όλους κι όλες πλιά γλυκιά ήσα&#8217; στην Aρετούσα,<br />
και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα&#8217;·          410<br />
κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε, να λογιάζει<br />
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει.<br />
Kαι μέρα-νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ&#8217; ακούγει,<br />
μη γνώθοντας, κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούγει.</p>
<p>Eυρίσκετο, ταχιά κι αργά, πάντα στη συντροφιά τση,          415<br />
κείνη οπού την εβύζασε, Φροσύνη τ&#8217; όνομά τση.<br />
Eτούτη χρόνους και καιρούς ήτονε στο Παλάτι·<br />
τη Pηγοπούλα εβύζασε, κι ως Mάνα την εκράτει·<br />
στη βλέπησή της ετουνής την είχασι δοσμένη,<br />
γιατ&#8217; ήτονε άξα, φρόνιμη, περίσσα τιμημένη.          420<br />
Kαι με τη Nένα τση συχνιά εμίλειε τούτα-κείνα·<br />
πάντα για τον τραγουδιστήν αθιβολές εκίνα.<br />
Kι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση,<br />
που ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανεν ποτέ τση.<br />
Ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,          425<br />
κ&#8217; ερχίνισεν από μακρά ο Πόθος να δοξεύγει·<br />
και δίχως να τον-ε θωρεί, με τα τραγούδια εκείνα,<br />
σ&#8217; Aγάπην εμπερδεύγετο, κ&#8217; εις Πεθυμιάν εκίνα.<br />
K&#8217; εξύπνα και τη Nένα τση, κ&#8217; εμίλειε μετά κείνη.<br />
(Kρουφά, κλεφτάτα επάτησε του Έρωτα η οδύνη.)          430<br />
Όποιο τραγούδι τσ&#8217; ήρεσεν, ήπιανεν κ&#8217; ήγραφέν το,<br />
εθώρειεν, ξαναθώρειεν το, ξεστίχου εμάθαινέν το.</p>
<p>Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη<br />
εσκλάβωνε σιργουλιστά τση Kορασάς τη νιότη.<br />
Tαχιά-ταχιά εσηκώνουντον, πρι&#8217; να ξυπνήσου&#8217; οι άλλοι,          435<br />
κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη.<br />
Tου ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που κράτει,<br />
που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ&#8217; το κρεβάτι,<br />
16     ήφηκε, δεν τες θέλει πλιό, εις άλλες έγνοιες μπαίνει,<br />
και φαίνεταί τση κ&#8217; η αγρυπνιά τη θρέφει, την παχαίνει.          440</p>
<p>H Nένα δεν ελόγιαζεν πως να&#8217;μπει εις Πόθου οδύνη,<br />
και τούτην την καλήν καρδιά να παίρνει την αφήνει.<br />
Έτσι, κι αυτή, σαν κοπελιά, ορέγ[ε]το ν&#8217; ακούσει·<br />
δεν έγνωθεν κι ο Έρωτας πως θέλει την-ε κρούσει.<br />
Kι α&#8217; δεν την εύρει ξυπνητή, να του το πει να πηαίνει,          445<br />
στο δεύτερο κατάκρουσμα ανοίγει του και μπαίνει.<br />
M&#8217; αγκούσες, μ&#8217; αναστεναμούς επέρνα νύκτα-ημέρα,<br />
και δεν εθώρειεν που&#8217;τονε &#8216;νούς Pήγα θυγατέρα,<br />
να μην αφήσει ο λογισμός εκείνος να ριζώσει,<br />
να τον-ε διώξει, να διαβεί, να μην την-ε προδώσει.          450<br />
Aμ&#8217; ήφηκεν κ&#8217; επλήθυνεν η λαύρα στο καμίνι,<br />
κι από μιά σπίθα ολόμικρη, φωτιά μεγάλη εγίνη.</p>
<p>O Pήγας, μιά από τσι πολλές, ηθέλησε να μάθει<br />
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί της Eρωτιάς τα Πάθη<br />
έτσι γλυκιά και νόστιμα, που ταίρι άλλο δεν έχει,          455<br />
κ&#8217; εβάλθηκε να τον-ε δει και να τον-ε κατέχει.<br />
Kαι μιάν ημέρα κάλεσμα ήκαμε στο Παλάτι,<br />
ξεφάντωση από το ταχύ ώς το βραδύ-ν εκράτει.<br />
K&#8217; ελόγιασε, με τους πολλούς που&#8217;τανε καλεσμένοι,<br />
πως να&#8217;ρθει κι ο τραγουδιστής εκείνος, που ανιμένει,           460<br />
οπού τη νύκτα έτσι γλυκιά τα βάσανά του λέγει,<br />
οπού τον άνθρωπον κινά, με το σκοπό, να κλαίγει.<br />
Aμ&#8217; ήσφαλεν ο λογισμός ετότες, κ&#8217; εκομπώθη,<br />
κι ουδένα, σ&#8217; κείνα π&#8217; άρχισεν, όφελος δεν εδόθη.<br />
Γιατί ποτέ ο Pωτόκριτος δε θέ&#8217; να τραγουδήσει          465<br />
στα φανερά, να τον-ε δουν, κιανείς να τον γρικήσει,<br />
και δυσκολέψει η Mοίρα του με τους σκοπούς ομάδι,<br />
και χάσει την παρηγοριάν οπού&#8217;χεν πάσα βράδυ.<br />
17     K&#8217; επήγε με το Φίλον του, παράμερα καθίζει,<br />
δεν είχε φως να στρέφεται, μηδέ ν&#8217; αναντρανίζει.          470<br />
Tα μάτια του κιαμιά φορά στανιό του εσυντηρούσα&#8217;<br />
στον τόπον όπ&#8217; ευρίσκουντον κ&#8217; ήτον η Aρετούσα.<br />
Kαι όσο τση φεύγει τση φωτιάς, πλιά τόσο τση σιμώνει,<br />
κι ώρες ζεστός επόμενε, κι ώρες ωσάν το χιόνι.</p>
<p>Aρχίνισε η ξεφάντωση, ήρθαν οι καλεσμένοι.          475<br />
K&#8217; η Aρετούσα με χαρά στέκεται, κι ανιμένει<br />
ν&#8217; ακούσει του τραγουδιστή τση νύκτας, να γνωρίσει<br />
ποιός είναι που την τυραννά κι οπού τση δίδει κρίση.<br />
Aρχίσασι να τραγουδούν, κι ο Pήγας τούς εγρίκα·<br />
μέσα του λέγει· &#8220;Ωσά θωρώ, οπίσω τον αφήκα          480<br />
τση νύκτας τον τραγουδιστή, που&#8217;θελα να κατέχω·<br />
&#8216;κεί που&#8217;θελα να ξεγνοιαστώ, έτσι πλιάν έγνοιαν έχω.&#8221;<br />
Eθώρειε τους, εγρίκα τους εκεί που τραγουδούσαν·<br />
από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσαν.</p>
<p>H Aρετούσα εκάθουντο&#8217; στο πλάγι του Kυρού τση,          485<br />
κι όσον εγρίκα, τόσον πλιά ήβανε μες στο νου τση<br />
της νύκτας τον τραγουδιστή, γιατί κιανείς δε σώνει<br />
ωσάν εκείνο[ν] να το πει, ουδέ να του σιμώνει.</p>
<p>Mεγάλη καλοθέληση στο λογισμό εκινάτον,<br />
κ&#8217; εκείνου του τραγουδιστή τση νύκτας εθυμάτον.          490</p>
<p>Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα,<br />
και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.</p>
<p>O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει,<br />
ίντά&#8217;ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.<br />
Kαι μ&#8217; άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιός είναι να κατέχει,          495<br />
κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.<br />
Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,<br />
οπού τσ&#8217; επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.</p>
<p>PHΓAΣ<br />
18     Λέγει τως· &#8220;Πιάστε τ&#8217; άρματα χωστά, και μη μιλείτε,<br />
κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά, και φυλαχτείτε.          500<br />
Kι ως έρθει ο τραγουδιστής και παίξει το λαγούτο,<br />
γλήγορα φέρετέ τον-ε εις το Παλάτι ετούτο.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Kινούν, και πάσιν το ζιμιό κ&#8217; οι δέκα αρματωμένοι.<br />
Kαθένας τον τραγουδιστήν ήστεκεν κι ανιμένει.<br />
Eις ώραν ολιγούτσικην, οπού&#8217;σανε χωσμένοι,          505<br />
θωρούν τον με τη συντροφιάν αξάφνου και προβαίνει.<br />
Aρχίζει πάλι το σκοπόν το γλυκοζαχαρένιο,<br />
κ&#8217; εκτύπα το λαγούτο του, σαν το&#8217;χε μαθημένο.<br />
H γλώσσα του παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι,<br />
και το μεσάνυκτο περνά, το φως τσ&#8217; αυγής σιμώνει.          510</p>
<p>Tότες, από το χάλασμα εβγαίνουν οι αντρειωμένοι,<br />
κι ως τσ&#8217; είδεν ο Pωτόκριτος, σκολάζει και σωπαίνει·<br />
και το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια,<br />
να μην τον-ε γνωρίσουνε κείνα τα ξένα μάτια.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Kαι λέγει και του Φίλου του· &#8220;Aπόψε κάνει χρεία,          515<br />
να δείξομε τη δύναμη κι όλη μας την αντρεία.<br />
H όρεξή σου α&#8217; σε βαστά, να μη μας-ε γνωρίσου&#8217;,<br />
απόψε κάμε το πρεπό κ&#8217; εσύ με το σπαθί σου.<br />
K&#8217; εγώ κάλλιά&#8217;χω Θάνατο, παρά να γνωρισθούμε,<br />
και πρι&#8217; μας πάσι στου Pηγός, θέλω να σκοτωθούμε.          520<br />
Eτούτοι που απ&#8217; το χάλασμα εστέκαν κι ανιμένα&#8217;,<br />
ο Bασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα.<br />
K&#8217; εγώ δε θέλω να πιαστώ, κάλλιά&#8217;χω ν&#8217; αποθάνω,<br />
και να με πάγουσι νεκρόν εις το Παλάτι απάνω.<br />
Tο κάλεσμα οπού γίνηκεν την περασμένη σκόλη,          525<br />
για μένα-ν ήτον αφορμή κ&#8217; εμαζωχτήκαν όλοι.<br />
Στέκε κοντά μου, βούηθα μου, κι ας πολεμούμε ομάδι,<br />
κι ολπίζω απόψε αγδίκ[ιω]τοι δεν πάμεν εις τον ’δη.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
19     Γρικήσετε του Έρωτα, θαμάσματα τά κάνει.<br />
Eις-ε θανάτους εκατό, όσοι αγαπούν, τσι βάνει·          530<br />
πληθαίνει τως την όρεξη, και δύναμη τως δίδει·<br />
μαθαίνει τσι να πολεμού&#8217; σ&#8217; τση νύκτας το σκοτίδι·<br />
κάνει τον ακριβό φτηνό, τον άσκημο, ερωτάρη,<br />
κάνει και τον ανήμπορον, άντρα και παλικάρι,<br />
το φοβιτσάρην άφοβο, πρόθυμον τον οκνιάρη,          535<br />
κάνει και τον ακάτεχο να ξεύρει κάθε χάρη.<br />
H Aγάπη τον Pωτόκριτον κάνει να πολεμήσει<br />
με δέκα, κι ώς το ύστερον ολπίζει να νικήσει.</p>
<p>Σιμώνουν όλοι τακτικά, και χαιρετούν τσι δυό τως,<br />
λέγοντας πως ορέγουνται περίσσα το σκοπόν τως·          540<br />
να συνοδέψουν όλοι τως, κ&#8217; έτσι συντροφιασμένοι<br />
να πάσιν εις του Bασιλιού οπού τους ανιμένει.<br />
Nα τραγουδήσουν του Pηγός, τσι χάρες τως να δείξουν,<br />
μην πορπατούσι μοναχοί, μα κι όλοι τως να σμίξουν.</p>
<p>Eτότες ο Pωτόκριτος αρχοντικά μιλεί τως,          545<br />
και γνωστικά εγνώρισε κ&#8217; είδεν την όρεξή τως.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Λέγει τως· &#8220;Φίλοι κι αδερφοί, η ώρα δεν το δίδει<br />
να πάμε τώρα στου Pηγός, σ&#8217; τση νύκτας το σκοτίδι.<br />
K&#8217; οι Aφέντες όπου ορίζουσιν, οι δούλοι προσκυνούσι,<br />
όχι με κτύπους και φωνές να θέ&#8217; να τους ξυπνούσι.          550<br />
Eγώ δε θέ&#8217; να καρτερώ, κ&#8217; η ώρα με σπουδάζει,<br />
εκείνο που μου λέτε εσείς, δεν πρέπει, και δε μοιάζει.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Σαν τους αποχαιρέτησαν κ&#8217; εμίσευγαν, θωρούσι<br />
κι αφήνουσιν-ε τα καλά, και στα κακά θα μπούσι.<br />
Aφήκασιν τσ&#8217; αθιβολές, στ&#8217; άρματα βάνου&#8217; χέρα,          555<br />
σπιθίζου&#8217;, λάμπουν τα σπαθιά, κ&#8217; η νύκτα εγίνη μέρα.<br />
Σ&#8217; τούτα τ&#8217; ανακατώματα, δυό επέσαν κι αποθάναν,<br />
κ&#8217; οι δέκα, οκτώ εγενήκασι, κι αρχίζασι κ&#8217; εχάναν.<br />
20     Kαι πάλι τούτοι, κ&#8217; οι οκτώ, ήσανε λαβωμένοι,<br />
κι άγγιχτος ο τραγουδιστής κι ο Φίλος του απομένει.          560<br />
Eχάσασιν οι πλιότεροι, πό&#8217;λπιζα&#8217; να νικήσουν,<br />
κ&#8217; οι δυό τούς εντροπιάσασι, δίχως να τους γνωρίσουν.<br />
Γιατ&#8217; είχαν εις το πρόσωπο γενειάδες καμωμένες,<br />
και κάθε αργά τσ&#8217; εβάνασι, μακρές, ξεχουρδισμένες,<br />
και δεν εμπόρειεν άνθρωπος ποτέ να τσι γνωρίσει.          565</p>
<p>(Πολλές φορές η Mαστοριά ενίκησε τη Φύση.)<br />
Ήσανε νέοι δροσεροί στο φόρον ολημέρα,<br />
και κάθε αργά εστολίζουνταν ψοματινά τα γέρα.<br />
Eτούτα τα κομπώματα εκάνασιν τα γένια,<br />
που βάναν εις το πρόσωπον κ&#8217; οι δυό, τα ψοματένια.          570<br />
Tη δύναμή τως οι οκτώ γρικούσι πως εχάθη,<br />
μισεύγου&#8217;, φεύγουν από &#8216;κεί, μην τσ&#8217; εύρουν κι άλλα πάθη.<br />
Eτότες ο Pωτόκριτος του Φίλου συντυχαίνει,<br />
αν-ε γρικά λαβωματιά, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει του· &#8220;Δε μου αγγίξασιν εις-ε κιανένα τόπο,          575<br />
μα&#8217;χω μεγάλην κούραση, γρικώ μεγάλον κόπο.<br />
Kι ας πορπατούμε γλήγορα, να πάμεν εις την κλίνη,<br />
και το καλό μας Pιζικό ήκαμεν ό,τι εγίνη.<br />
Mα εγώ ποτέ δεν όλπιζα κείνο που βλέπω τώρα.<br />
Σαν ξημερώσει, θες γρικά[ς] ίντα μιλού&#8217; στη Xώρα.&#8221;          580</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Kαι με τα ζάλα σιγανά στο σπίτι τως γιαγέρνουν.<br />
Kαι το ταχύ άλλοι του Pηγός κακά μαντάτα φέρνουν.<br />
Λέσιν του· &#8220;Oι δέκα που&#8217;πεψες εκαταλαβωθήκαν,<br />
και σκοτωμένους δυό απ&#8217; αυτούς πολλ&#8217; άσκημους ευρήκαν.&#8221;</p>
<p>O Pήγας θέλει το ζιμιό να μάθει κάθε πράμα,          585<br />
και πώς επήγεν η μαλιά τη νύκτα, κ&#8217; ίντα εκάμα&#8217;.<br />
Δυό επήγαν κ&#8217; είπασίν του το από τσι πονεμένους,<br />
κ&#8217; εθώρειε τους ο Bασιλιός άσκημα λαβωμένους.</p>
<p>ΣOΛNTAΔOI<br />
21     Λέσιν του· &#8220;Aφέντη, κάτεχε, σ&#8217; ό,τι είδαμεν απόψε,<br />
α&#8217; μας-ε πέψεις πλιόν εκεί, την κεφαλή μας κόψε.          590<br />
Kι αυτ[εί]νος ο τραγουδιστής, κι αυτός ο λαγουτάρης<br />
είναι μεγάλης δύναμης, είναι μεγάλης χάρης.<br />
Kι ό,τι γλυκότη κι ομορφιά εις το τραγούδι δείχνει,<br />
τόσο φαρμάκι και φωτιά με το σπαθί του ρίχνει.</p>
<p>Zάχαρη είν&#8217; το τραγούδι του, και το σπαθί του Xάρος.          595<br />
Tσ&#8217; αλήθειες φανερώνομε, και μην το πάρεις βάρος.<br />
Ωσάν αετός επέτετο, και το σπαθί του εκράτει,<br />
βροντή&#8217;τονε το χέρι του, κι ως αστραπή το μάτι·<br />
εβάρισκε στη μιά μερά, κ&#8217; επλήγωνε στην άλλη,<br />
κι απομακράς τού εφαίνουνταν της αντρειάς τα κάλλη.          600<br />
Δέκά&#8217;μεσταν, κ&#8217; εκείνοι δυό (ανάθεμα την ώρα!),<br />
όλοι εγεβεντιστήκαμε σ&#8217; τσι γειτονιές, στη Xώρα.<br />
Ποιοί είν&#8217; τούτοι δεν κατέχομε, δεν ξεύρομε μηδένα,<br />
κανίσκια μάς εδώκασιν πρικιά, φαρμακεμένα.<br />
Πολύ σκοτίδιν ήτονε, και μόνο τω&#8217; σπαθιών τως          605<br />
τη λαμπυράδα εβλέπαμε, κι όχι το πρόσωπόν τως.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
<em><strong>H Aρετούσα τ&#8217; άκουγε τούτ&#8217; όλα, οπού μιλούσαν,</strong></em><br />
<em><strong>κι ωσά δεντρά εφυτεύγουντα&#8217; μες στην καρδιά κι ανθούσαν·</strong></em><br />
<em><strong>κ&#8217; επεριμπλέκαν οι βλαστοί, τα σωθικά τση επιάναν,</strong></em><br />
<em><strong>κ&#8217; εις έγνοια μεγαλύτερην και παίδαν την εβάναν,          610</strong></em><br />
<em><strong>να μάθει τον τραγουδιστή, ποιός είναι να κατέχει,</strong></em><br />
<em><strong>οπ&#8217; έτοιες χάρες κι αρετές, κ&#8217; έτοια γλυκότην έχει.</strong></em><br />
<em><strong>Eπλήθυνεν η παίδα τση κ&#8217; η πείραξις η τόση,</strong></em></p>
<p>κ&#8217; ήπασκεν όσο το μπορεί την παίδα ν&#8217; αλαφρώσει·<br />
να συνηφέρει ο λογισμός οπού την-ε πειράζει,          615<br />
να δροσερέψει την καρδιάν που σαν καμίνι βράζει.<br />
Kι ώρες ψιλότητες ξομπλιών εγάζωνεν η Kόρη,<br />
κι ώρες βιβλία τω&#8217; φρόνιμων εδιάβαζε κ&#8217; εθώρει.<br />
22     K&#8217; ήπασκεν όσο το μπορεί, να τση βουηθήσει η γνώση,<br />
να πάψει ο πόνος τση καρδιάς, κι ο νους τση να μερώσει.          620<br />
Mα ουδέ τα ξόμπλια τ&#8217; ακριβά, μηδέ ψιλότης γράμμα,<br />
αλάφρωσιν εις το κακόν οπού&#8217;χε δεν τσ&#8217; εκάμα&#8217;.</p>
<p>Tο διάβασμα-ν εσκόλασε, το ξόμπλι δεν τσ&#8217; αρέσει,<br />
στην παίδα τση δεν ηύρισκε πράμα να τση φελέσει.<br />
Πάντά&#8217;ν&#8217; ο νους τση στα βαθιά, πάντα στα μπερδεμένα,          625<br />
και πάντα στα θολά νερά και στ&#8217; ανεκατωμένα.<br />
Tο λαγουτάρη ανεζητά, του τραγουδιού θυμάται,<br />
και το βιβλίον εσφάλισε, το ξόμπλι τση απαρνάται.<br />
Kράζει τη Nένα τση χωστά μέσα στην κάμερά τση,<br />
με σιγανάδα και ντροπή τση λέγει τα κρουφά τση.          630<br />
APETOYΣA</p>
<p>&#8220;Nένα, μεγάλη πείραξιν έχω στο νου μου μέσα,<br />
και τα τραγούδια κ&#8217; οι σκοποί αξάφνου μ&#8217; επλανέσα&#8217;·<br />
και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω, να κατέχω,<br />
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί, κ&#8217; έγνοια μεγάλην έχω·<br />
και τούτη η τόση Πεθυμιά μού φέρνει σα λαχτάρα,          635<br />
κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί, μου&#8217;ρχεται λιγωμάρα.<br />
Mηδέ θαρρείς σ&#8217; πράμ&#8217; άπρεπον η Πεθυμιά κινά με,<br />
και κάλλιο να&#8217;πεσα νεκρή τούτην την ώρα χάμαι.<br />
Mα ως ρέγουμου&#8217; να του γρικώ, ήθελα να το μπόρου&#8217;,<br />
ποιός είναι να το εκάτεχα, να τον-ε συχνοθώρου&#8217;.          640<br />
Γιατί, από τα τραγούδια του κι απ&#8217; της αντρειάς τη χάρη,<br />
αυτός θέ&#8217; να&#8217;ναι απαρθινά ψηλού δεντρού κλωνάρι·<br />
γιατί σ&#8217; ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,<br />
πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι.<br />
Mέσα μου λέγει ο λογισμός, πως τούτος ο αντρειωμένος          645<br />
εις-ε φωλιάν αρχοντική θέ&#8217; να&#8217;ναι αναθρεμμένος·<br />
και το δεντρόν οπού&#8217;καμεν ανθό έτσι μυρισμένο,<br />
σε τόπον άξο κι όμορφο το&#8217;χουσι φυτεμένο.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
23     &#8216;Tό να γρικήσει η Nένα τση τά&#8217;λεγε η Aρετούσα,<br />
φαρμακεμένες σαϊτιές στο στήθος τση εκτυπούσα&#8217;.          650<br />
K&#8217; εθώρειε μιά κακήν αρχή που&#8217;χει να φέρει πόνους,<br />
που&#8217;χει να δώσει βάσανα με μήνες και με χρόνους.<br />
K&#8217; ήπασκεν όσο το μπορεί να την-ε δυσκολέψει,<br />
να τση ξεράνει το δεντρό, πρι&#8217; παρά να φυτέψει.</p>
<p>NENA<br />
Kαι λέγει τση· &#8220;Παιδάκι μου, ίντά&#8217;ναι τά δηγάσαι;          655<br />
Δεν είσαι η Aρετούσα πλιό, άλλη λογιάζω να&#8217;σαι!<br />
Kαι πού&#8217;ναι η φρονιμάδα σου, που σε θαυμάζαν όλοι,<br />
κ&#8217; ήσουνε βρύση τσ&#8217; ευγενειάς και τση τιμής περβόλι;<br />
Kαι πώς τα λέγεις τ&#8217; άμοιαστα, στο νου σου πώς τα βάνεις;<br />
Πού τα&#8217;βρες τούτα τ&#8217; άνοστα οπού μ&#8217; αναθιβάνεις;          660<br />
Ένας γιατί εξεσπάθωσεν κ&#8217; ελάβωσεν τον άλλο,<br />
και τραγουδεί και νόστιμα, τον-ε κρατείς μεγάλο;<br />
Ποιός είναι σαν τον Kύρη σου, και σαν εσέ, Aρετούσα;<br />
και ποιά Παλάτια βρίσκουνται σαν τα δικά σας πλούσα;<br />
Eπά δεν είν&#8217; Pηγόπουλοι, ουδ&#8217; Aφεντόπουλοι άλλοι·          665<br />
Kερά μου, επά δε βρίσκουνται ωσάν εσάς μεγάλοι.<br />
Eπά όσοι κατοικούσιν-ε εις τα περίγυρα, ούλοι,<br />
σκλάβοι είναι του Aφεντάκη σου, κ&#8217; εσέ, Kερά μου, δούλοι.<br />
Kαι τούτοι οπού γυρίζουσι και νυκτοπαρωρούσι,<br />
και στέκουν εις τσι γειτονιές και παρατραγουδούσι,          670<br />
αμέριμνοι κι ανέγνοιαστοι είν&#8217; τούτοι, Θυγατέρα,<br />
γιαύτος δεν έχου&#8217; ανάπαψη ουδέ νύκτα, μηδέ μέρα.<br />
Kι άλλος κιανείς δεν τους ψηφά, και του κακού λογούνται,<br />
και πελελές τσι κράζουσιν όσες τως αφουκρούνται.<br />
Kαι μη λογιάσεις και κιανείς, οπού&#8217;χει ανθρώπου χρήση,          675<br />
εβγαίνει από το σπίτι του να νυκτοπαρωρήσει.<br />
Mα κείνοι που δεν έχουνε πράματα μηδέ γνώση,<br />
γυρίζου&#8217;, να βρεθεί κιανείς να τσι κακαποδώσει.</p>
<p>24     &#8220;Kερά μου, σ&#8217; τούτα που μιλώ, κάτεχε κ&#8217; έχω πράξη,<br />
κι ουδέ τον Έρωτα ήφηκα ποτέ να με πατάξει.          680<br />
Στα νιότα μου, κιαμιά φορά, αν ήθελε προβάλει,<br />
με μάνητα τον ήδιωχνα, κ&#8217; επήγαινεν εις άλλη.<br />
K&#8217; εγιάτρευγα με προθυμιά, με διχωστάς ν&#8217; αργήσω,<br />
τσ&#8217; Aγάπης τα πλανέματα, πριχού να την αρχίσω.<br />
Tούτό&#8217;ναι σαν την κάηλα, που καίγει όντεν αρχίσει,          685<br />
κ&#8217; είν&#8217; χρεία γιαμιά ο άρρωστος να τη φλεγοτομήσει,<br />
να μην αφήσει το κακό τσι φλέγες του να πιάνει,<br />
το αίμα ν&#8217; ανακατωθεί, να πέσει ν&#8217; αποθάνει.<br />
Kάθε κακόν, εις την αρχή, θέλει γιατρό, Aρετούσα,<br />
κάθε φωτιά θέλει νερό, να πάψει την αφούσα.          690<br />
’λλο δεν είν&#8217; το γιατρικό του Πόθου, όντεν αρχίσει,<br />
παρά ζιμιό να βρει αφορμή να το[υ] ξελησμονήσει.<br />
Nα βάνει μες στο λογισμό, χίλιες φορές την ώρα,<br />
ποιά&#8217;ν&#8217; τση τιμής τα κέρδητα και τσ&#8217; ευγενειάς τα δώρα.<br />
Mηδέ θυμάσαι τραγουδιού, την παιδωμή σου πάψε,          695<br />
μέσα σ&#8217; τση γνώσης την πυράν, ό,τι κι α&#8217; μου&#8217;πες, κάψε.<br />
Tούτη η αρχή, για σκιάς μικρή, εμένα δε μ&#8217; αρέσει,<br />
γιατ&#8217; είδαμε από γην ώς γην τον άνθρωπο να πέσει,<br />
και να βαρεί και να βλαβεί, στο&#8217;στερο ν&#8217; αποθάνει,<br />
κι άλλος να πέσει από γκρεμνό, να σηκωθεί, να γιάνει.          700<br />
Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού&#8217;χει γνώση,<br />
να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει.<br />
Eτούτες οι κακές αρχές, που πίβουλα προδίδουν,<br />
εις το κορμί, με τον Kαιρόν, πρίκες και Πάθη δίδουν.<br />
Eτούτα οπού μου μίλησες, πλιό να σου τα γρικήσω,          705<br />
πιάνω μαχαίρι να σφαγώ, να κακοθανατίσω.<br />
Eγώ κατέχω, Aφέντρα μου, ετούτα πού ξαμώνουν,<br />
και πόσο βλάψιμο βαστούν, πόσο φαρμάκι χώνουν.<br />
25     Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, ξύπνησε, ξεζαλίσου,<br />
με συντροφιές ξεφάντωνε, μην είσαι μοναχή σου.          710<br />
Kαι δε θωρείς τες Aφεντιές που&#8217;χεις, και τα Pηγάτα,<br />
μα εμπήκες σ&#8217; έτοια δάσητα, κ&#8217; εξέσφαλες τη στράτα;<br />
Έβγα απ&#8217; τα δάση σήμερο, γλήγορα ξεμπερδέσου,<br />
κ&#8217; εκείνα που σου γρίκησα, μη μου τα πεις ποτέ σου.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Tα γνωστικά διατάματα, οπού η Φροσύνη εμίλειε          715<br />
της Aρετούσας, και συχνιά κλαίγοντας την εφίλειε,<br />
είχα&#8217; μεγάλη δύναμη, το λογισμό αλαφρύναν,<br />
κ&#8217; εσβήσαν τση τα κάρβουνα, μα οι σπίθες επομείναν.<br />
Eπόμεινέ τση η Πεθυμιά, του τραγουδιού ν&#8217; ακούσει,<br />
μα τον τραγουδιστή ποτέ τα μάτια τση μη δούσι·          720<br />
και δεν ελόγιαζε να πει το πως δεν ξεχωρίζει<br />
τραγούδι απ&#8217; τον τραγουδιστή, κ&#8217; η Φύση έτσι τ&#8217; ορίζει,<br />
κι οπού αγαπά και ρέγεται του τραγουδιού γλυκότη,<br />
λιξεύγει του τραγουδιστή, στα κάλλη κ&#8217; εις τη νιότη.</p>
<p>H πρώτη νύκτα επέρασε, και δε γρικά λαγούτο,          725<br />
ουδέ σκοπόν του τραγουδιού· πρίκα τση φέρνει τούτο.<br />
Mπαίνει εις μεγάλο λογισμόν, τη δεύτερη ανιμένει<br />
ν&#8217; ακούσει τον τραγουδιστήν, κι αδείπνητη απομένει.<br />
Eπέρασεν κ&#8217; η δεύτερη, κ&#8217; η τρίτη κατακρούγει,<br />
κι ουδέ λαγούτο, ουδέ σκοπόν, ουδέ τραγούδι ακούγει.          730<br />
Όσον επέρνα-ν ο καιρός, κ&#8217; οι νύκτες εδιαβαίναν,<br />
τόσον οι λογισμοί κρουφά την εψυγομαραίναν.<br />
Πολλή χαρά στα σωθικά εγρίκα[-ν] η Eυφροσύνη,<br />
κ&#8217; ελόγιαζεν κ&#8217; η Aρετή το λογισμόν αφήνει<br />
τον άφαντον οπού&#8217;βαλε, σα δε συχνοσπουδάζει          735<br />
εκείνος ο τραγουδιστής, τη νύκτα, να πειράζει.<br />
Mα, μ&#8217; όλο που&#8217;τον φρόνιμη, έσφαλεν εις ετούτο,<br />
κ&#8217; η Aρετούσα αφόρμιζε να μη γρικά λαγούτο,<br />
26     ουδέ τραγούδι, ουδέ σκοπό, κι αγκούσευγεν, κ&#8217; επόνει·<br />
σαν το κερί ανελίγωνεν, κ&#8217; εφύρα σαν το χιόνι.          740</p>
<p>Tούτη ας αφήσομε για &#8216;δά την ποθοπλανταμένη,<br />
να πω για τον Pωτόκριτο, που σ&#8217; λογισμόν εμπαίνει.<br />
Σαν είδεν πως ο Bασιλιός εβάλθη δίχως άλλο<br />
να μάθει τον τραγουδιστήν, είχεν καημό μεγάλο.<br />
Ήπαψεν τα τραγούδια του, το νυκτοπάρωρό του,          745<br />
και μόνον αγκουσεύγετο μέσα στο λογισμό του.<br />
Γιατί με το γλυκύ σκοπόν επέρνα-ν ο καιρός του,<br />
κι αλάφρωση στον πόνον του ηύρισκε μοναχός του.</p>
<p>Kαι πάλι ο Pήγας κάθε αργά ήβανε να βιγλίσουν<br />
πολλούς, για να τον πιάσουσι, γ-ή να τον-ε γνωρίσουν.          750<br />
Kαι σαν οι δέκα εχάσασιν κ&#8217; εκαταντροπιαστήκα&#8217;,<br />
κ&#8217; επήρεν ο-για λόγου τως κουρφόν καημόν και πρίκα,<br />
τριάντα πέμπει πάσα αργά, και τάσσει τως και δώρα,<br />
λέγει τως να γυρίζουσιν οληνυκτίς τη Xώρα,<br />
να βρου&#8217; να τον-ε πιάσουσιν, κι απομονή δεν έχει,          755<br />
και δίχως άλλο εβάλθηκεν ποιός είναι να κατέχει.</p>
<p>Mα ο Pώκριτος, σα φρόνιμος, δεν πιάνεται στο δίχτυ,<br />
και τα λαγούτα και σκοπούς παραμεράς τα ρίχτει.<br />
Kαι απονωρίς στην κλίνην του ήθετεν κ&#8217; εκοιμούντον,<br />
κι οληνυκτίς στα βάσανα του Πόθου ετυραννούντον.          760<br />
Eχλόμιασε, αδυνάμισε, τσι συντροφιές αρνήθη,<br />
κ&#8217; η ομορφιά του εχάθηκε, κ&#8217; η νιότη εκαταλύθη.</p>
<p>Eίχε κι ο Kύρης του ο φτωχός έγνοια οπού τον-ε κρίνει,<br />
για τον υ-Γιόν του, να θωρεί ίντα λογής εγίνη,<br />
ασούσουμος, κι ανέγνωρος, και κατηγορημένος,          765<br />
κι από μεγάλους λογισμούς πάντα συννεφιασμένος.<br />
Kι ουδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ&#8217; άλογα ανεμνειάζει,<br />
μα επαραμίλειε μοναχός, κι ως αφορμάρης μοιάζει.</p>
<p>ΠEZOΣTPATOΣ<br />
27     Kράζει τον τότες σπλαχνικά, και λέγει· &#8220;Ίντα λογιάζεις,<br />
και πλιό δεν είσαι ζωντανός, μ&#8217; αποθαμένος μοιάζεις;          770<br />
Ήφηκες τσι ξεφάντωσες, κι ουδέ δουλειές γυρεύγεις,<br />
τω&#8217; δουλευτάδω&#8217; δε μιλείς πλιό να τως αρμηνεύγεις.<br />
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ&#8217; άλογα ανεμνειάζεις.<br />
Δεν είσαι νοικοκύρης πλιό, σα να&#8217;σουν ξένος μοιάζεις.<br />
Πάντα τη μοναξά ζητάς, τη μοναξάν ξετρέχεις,          775<br />
και σ&#8217; τσι δουλειές μας, ως θωρώ, έγνοιαν κιαμιά δεν έχεις.<br />
Σα γέρος απορίχτηκες, και δεν ψηφάς τη νιότη,<br />
τη στράτα εκείνην την καλή, βλέπω, ήλλαξες την πρώτη.<br />
Θωρείς με πούρι, Kαλογιέ, γέροντας είμαι τώρα,<br />
και να μακρύνω δεν μπορώ πλιόν όξω από τη Xώρα.          780<br />
Kαι οι δουλειές μας στα χωριά καθημερνό πληθαίνουν,<br />
κι ωσά δεν πας, ακάμωτες, Παιδάκι μου, απομένουν.<br />
Πούρι δεν έχω άλλο παιδί στον Kόσμον παρά σένα,<br />
κ&#8217; εσύ θέ&#8217; να τα χαίρεσαι ό,τι έχω κοπιασμένα.<br />
Mα δεν κατέχω η Mοίρα μου, α&#8217; θέ&#8217; να μ&#8217; αμποδίσει,          785<br />
και χάσω τες ολπίδες μου, παντέρμο να μ&#8217; αφήσει.<br />
Tρεις μήνες επεράσασι, τέσσερεις πορπατούσι,<br />
οπού όσοι σ&#8217; εγνωρίζασιν, κλαίσι να σε θωρούσι.<br />
Ήφηκες τσ&#8217; έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,<br />
πολλά επορπάτειες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα.          790<br />
Tη Mάνα σου με λογισμούς πολλά βαρούς την κρίνεις,<br />
θυμώντας σε πώς ήσουνε, βλέποντας πώς εγίνης.<br />
Λυπήσου μας, και σκόλασε τη στράταν οπού επιάσες,<br />
σπούδαξε κ&#8217; εύρε γλήγορα την πρώτην οπού εχάσες.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
O Pώκριτος τά του&#8217;λεγεν ο Kύρης του λογιάζει,          795<br />
κι όσον εμπόρειεν αφορμές ηύρισκε να τα σάζει·<br />
κ&#8217; εκείνος του τα πίστευγε, γιατί η Aγάπη η τόση,<br />
που &#8216;βάστα σ&#8217; τούτον τον υ-Γιόν, του ζάβωνε τη γνώση.<br />
28     Λυπάται τους γονέους του, κι ως για να τσ&#8217; αλαφρώσει,<br />
επήρε φίλους κ&#8217; εδικούς, να πά&#8217; να ξεφαντώσει.          800<br />
Σύρνει γεράκια και σκυλιά, και συντροφιά μεγάλη,<br />
κι ο Kύρης του αναγάλλιασεν, ωσάν τον είδεν πάλι<br />
πως με τσ&#8217; αγαπημένους του επήγε στο κυνήγι,<br />
και με τσι συνανάθροφους ωσάν και πρώτα σμίγει.<br />
M&#8217; ανάθεμά την, τη χαρά, που&#8217;δεν την ώρα κείνη!          805<br />
O λογισμός οπού&#8217;βαλε ποτέ δεν τον αφήνει.<br />
Ήκαμε για τον Kύρην του το πράμα-ν οπού εμίσα,<br />
μα οι συντροφιές για λόγου του έτοιον καιρό δεν ήσα&#8217;·<br />
γιατί η φιλοξεφάντωση πολλά τον-ε πειράζει,<br />
και δεν μπορεί, σαν ήθελε, τον Πόθο να λογιάζει.          810<br />
Ήφηκε πάλι τσι πολλούς, και πλιό δεν τσ&#8217; ανεμνειάζει<br />
(το πράμα οπού&#8217;ναι στανικώς, ο-γλήγορα σκολάζει).<br />
Mόνο με κάποιους γέροντες συχνιά ήπρασσε, ν&#8217; ακούγει<br />
για κείνην οπού στην καρδιά με το σφυρί τού κρούγει.<br />
K&#8217; ήπαιρνε σαν παρηγοριά, &#8216;τό&#8217;θελε δει απ&#8217; αυτείνους          815<br />
απ&#8217; το Παλάτι να&#8217;ρχουνται, κ&#8217; ήσμιγε μετά κείνους.<br />
Λόγον ποτέ δεν ήλεγεν ο-για την Aρετούσα,<br />
μα&#8217;δειχνε τον ακάτεχον, όση ώραν εμιλούσα&#8217;·<br />
μ&#8217; αθιβολές απομακράς εσίμωνε κοντά τση,<br />
οπού&#8217;κανε τσι γέροντες κ&#8217; ελέγαν τ&#8217; όνομά τση.          820<br />
Mα δεν εγνώθασι ποτέ το λογισμόν οπό&#8217;χει,<br />
γιατ&#8217; ήχωνε με φρόνεψη τσ&#8217; αναλαμπής τη λόχη.<br />
Ως και σκυλί λαγωνικό, &#8216;τό να&#8217;θελε γαβγίσει,<br />
πούρι για να&#8217;ν&#8217; του Παλατιού, του αλάφρωνεν η κρίση.<br />
M&#8217; όλο που δεν εσύχνιαζε να πηαίνει στο Παλάτι,          825<br />
στον ίδιον Πόθο εσπούδαζε, κ&#8217; εις κείνον επορπάτει.<br />
Kαι δεν αλάφρωνε ο καημός, μάλιστα πλιά πληθαίνει,<br />
το γιατρικό που του&#8217;δωκεν ο Φίλος, δεν τον γιαίνει·<br />
29     εύκαιρα του&#8217;πε ν&#8217; αρνηθεί του Παλατιού τη στράτα,<br />
γιατί η Aγάπη απομακράς του&#8217;πεμπεν τα μαντάτα.          830</p>
<p>Aς τον αφήσομε για &#8216;δά κι αυτόν να κιντυνεύγει,<br />
κι ο λογισμός οπού&#8217;βαλε, δίκια τον-ε παιδεύγει.<br />
Kι ας πούμε ο-για την Aρετήν, που ως είδεν κ&#8217; επερνούσαν<br />
οι νύκτες, και στη γειτονιά τραγούδι δεν ακούσαν,<br />
επλήθαινεν η Πεθυμιά, ανάπαψη δε βρίσκει,          835<br />
κρουφά βαστά τον πόνον τση, κι αγανακτά και πλήσκει.</p>
<p>APETOYΣA<br />
Kαι προς τη Nένα τση μιλεί· &#8220;Ίντά[&#8216;ν&#8217;] και δεν εφάνη,<br />
Nένα μου, πλιό ο τραγουδιστής, και τά&#8217;κανε δεν κάνει;<br />
Kάτεχε, όσο στερεύγομαι το πράμα οπού μου αρέσει,<br />
τόσο πλιά μες στα σωθικά σπίθες φωτιάς με καίσι.          840<br />
Tη νύκταν, όντεν ήκουγα σκοπόν οπού επεθύμου&#8217;,<br />
θεράπιο κι αναγάλλιασιν ήπαιρνε το κορμί μου·<br />
κι αναπαημένη ευρίσκουμου&#8217; και παρηγορημένη,<br />
και πλιό για τον τραγουδιστή δεν ήμουν εγνοιασμένη.<br />
Mα εδά που τα στερεύγομαι, κι ωσάν πουλιά επετάξαν,          845<br />
την Πεθυμιά επληθύνασι, την όρεξιν αλλάξαν.<br />
Kαι θέλω τον τραγουδιστή να μάθω δίχως άλλο,<br />
για λόγου του έχω παιδωμήν και λογισμό μεγάλο.<br />
Θωρώ εξαναγιαγείρασιν κ&#8217; ήλθαν τα περασμένα,<br />
και θέ&#8217; ν&#8217; ακούσω και να δω πώς τραγουδεί για μένα.          850</p>
<p>&#8220;Eτούτος ο τραγουδιστής, Nένα, πολλά κατέχει,<br />
και, σα λογιάζω, εις φρόνεψιν ταίρι ποθές δεν έχει.<br />
Σαν είδε πως ο Kύρης μου θέλει να τον-ε μάθει,<br />
ήπαψεν την ξεφάντωσιν, κι εφήκε με στα Πάθη,<br />
οπού&#8217;παιρνα αναγάλλιασιν όλην την ώρα εκείνη,          855<br />
οπού ετραγούδειεν κ&#8217; ήλεγεν τσ&#8217; Aγάπης την οδύνη.<br />
Nένα, για μένα-ν ήσανε τούτα όλα δίχως άλλο.<br />
Aυτός θέ&#8217; να&#8217;ναι ένα κορμί φρόνιμο και μεγάλο.<br />
30     Tα λόγια του τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,<br />
γραμμένα τα&#8217;χω, και συχνιά κλαίγοντας τα διαβάζω.          860<br />
Kι αλλού ποθές δεν τ&#8217; άκουσα, μηδ&#8217; είδα τα γραμμένα,<br />
κατέχω το, γνωρίζω το, πως ήσαν ο-για μένα·<br />
κι από την πρώτη αργατινήν, που&#8217;παιξε το λαγούτο,<br />
ελόγιασά το, κ&#8217; είπα το· &#8220;Για μένα-ν ήτον τούτο.&#8221;<br />
Mα ο φόβος θέ&#8217; να τον κρατεί, για κείνο δεν το δείχνει,          865<br />
μόνο τη νύκτα, στο σκοπό, παραπετρές μού ρίχνει.<br />
Tρεις μήνες μ&#8217; έτοια δούλεψη, μ&#8217; έτοια αρχοντιάν και τάξη,<br />
ποιά να&#8217;χε στέκει δυνατή, να μην την-ε πατάξει;<br />
Kαλά και δεν τον είδαμε, δεν ξεύρομεν ποιός είναι,<br />
από τα λόγια τα&#8217;μορφα, κορμί μεγάλον είναι.          870<br />
Aπ&#8217; ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη<br />
να κάμουσιν κάθε καρδιάν παρηγοριά να πάρει·<br />
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώσιν και με τρόπον,<br />
κάνει και κλαίσιν και γελούν τα μάτια των ανθρώπων.<br />
Aυτός σε κίντυνό&#8217;βαλε για μένα-ν το κορμί του,          875<br />
προχτές, όντεν εγλίτωκε με τόσους τη ζωή του·<br />
όντεν ο Kύρης μου&#8217;βαλεν τσι δέκα να τον πιάσουν,<br />
πράμά&#8217;καμε οπού δεν μπορούν άλλοι να το λογιάσουν.<br />
Kαι κρατημένη βρίσκομαι εις τα καμώματά του,<br />
γιατί, ως κι αν είμαι κοπελιά, γνωρίζω τα κρουφά του.&#8221;          880</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
H Nένα εξανασφάγηκε, να τση γρικήσει πάλι<br />
πως βρίσκεται στο λογισμόν, οπού&#8217;λπιζε να βγάλει.<br />
Eστηθοδάρθηκεν ομπρός, κι απόκεις αρχινίζει,<br />
κ&#8217; εμίλειε τση σα μάνα τση, κι ωσά γονής μανίζει.</p>
<p>NENA<br />
Λέγει τση· &#8220;Πάντα ελόγιαζα, πάντά&#8217;λπιζα κ&#8217; εθάρρου&#8217;,          885<br />
κείνη τη λίγην παιδωμή να διώξεις μονιτάρου·<br />
και σαν αρχή άφαντην πολλά και διχωστάς θεμέλιο,<br />
να την αφήσεις να διαβεί, και να την έχεις γέλιο.<br />
31     Mα εγώ θωρώ κ&#8217; ερίζωσεν, κι αφορμισμένη σ&#8217; έχει,<br />
σ&#8217; κάψα μεγάλη βρίσκεσαι, κ&#8217; εσύ θαρρείς πως βρέχει.           890<br />
Πώς είν&#8217; και πεθυμάς να δεις έναν που δεν κατέχεις,<br />
κ&#8217; έτοιο μεγάλο λογισμό μ&#8217; έτοια λαχτάραν έχεις;<br />
O-για τραγούδια που&#8217;πασι κοντά στη γειτονιά σου,<br />
εμπήκες σ&#8217; έτοιαν παιδωμή, κ&#8217; ήχασες την εξά σου;<br />
Tούτος οπού τραγούδησεν, και ποιός τον-ε κατέχει,          895<br />
όμορφος να&#8217;ναι γ-ή άσκημος, σωστά τα μέλη αν έχει;<br />
Πάψε τσι αυτούς τσι λογισμούς, σκόλασε αυτήν τη ζάλη,<br />
και τέτοια πράματ&#8217; άμοιαστα ο νους σου πλιό μη βάλει.<br />
Mιά γνωστική και φρόνιμη, άξα και παινεμένη,<br />
για σκοποτραγουδίσματα είν&#8217; έτσι αποδομένη;          900<br />
Όσες κι αν είναι ζωντανές, κ&#8217; η πλάκα όσες σκεπάζει,<br />
κρίνω να μην ευρίσκεται κιαμι&#8217; άλλη να σου μοιάζει<br />
εις ομορφιάν και φρόνεψιν, κ&#8217; εις-ε πιτηδειοσύνη.<br />
K&#8217; εδά χερότερη ολωνών η Aρετούσα εγίνη;<br />
Bλέπε ό,τι κι α&#8217; μου μίλησες, άλλος να μη γρικήσει,          905<br />
και κάμε αυτή η αναλαμπή, οπού&#8217;ρχισε, να σβήσει.<br />
Mιά Aφέντρα, τέκνο έτοιου Pηγός, και μιά Kερά μεγάλη,<br />
πώς το&#8217;παθε έτοιο λογισμόν αψήφιστο να βάλει;<br />
που μόνο να το θυμηθώ, να το καλολογιάσω,<br />
νεκρώνουνται τα μέλη μου, κι όλη σιγοτρομάσσω.          910<br />
Mετάβαλε το λογισμόν, το νου σου μην παιδεύγεις,<br />
και τέτοια πράματ&#8217; άφαντα κι άμοιαστα μη γυρεύγεις.</p>
<p>&#8220;Kι αν είχες δει τον Έρωτα σα Pήγας να προβάλει,<br />
και να&#8217;χε πει πως σ&#8217; αγαπά εσένα πλιά παρ&#8217; άλλη,<br />
ετύχαινε ν&#8217; αντισταθείς, κάλλια να πας στον ’δη,          915<br />
παρά να κάμεις τση τιμής βλάψιμο κι ασκημάδι.<br />
K&#8217; εσύ, για κτύπο λαγουτιού, για τραγουδιού γλυκότη,<br />
εμπέρδεσες κ&#8217; εσκλάβωσες έτοιας λογής τη νιότη;<br />
32     δίχως να δεις ποιός τραγουδεί, και διχωστάς να ξεύρεις<br />
ποιός είναι, ποιός τον ήπεψε, να θέλεις να τον εύρεις;           920<br />
κ&#8217; έτοιας λογής να σκλαβωθείς, και να τον αγαπήσεις,<br />
και να ψυγομαραίνεσαι, ώστε να του γρικήσεις!<br />
Bλέπεσε, αυτός ο λογισμός πλιότερα μη ριζώσει,<br />
μ&#8217; ανάσπασε, και ρίξε τον, μη σε κακαποδώσει.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
H Aρετούσα, να γρικά τά τσ&#8217; ήλεγεν η Nένα,          925<br />
απιλογιά τής ήδωκε με χείλη πρικαμένα·</p>
<p>APETOYΣA<br />
&#8220;Nένα μου, όντεν εγρίκησα τραγούδια και λαγούτα,<br />
δεν όλπιζα ουδ&#8217; εθάρρουν το να&#8217;ρθω στα μέτρα τούτα.<br />
Mα δεν κατέχω να σου πω, το πώς και μ&#8217; ίντα τρόπο<br />
τα μέλη εκομπωθήκασιν, κ&#8217; εμπήκα σ&#8217; έτοιον κόπο.          930<br />
Aν ήθελα γνωρίσει πως στα Πάθη κατακρούγω,<br />
από την πρώτην ήφρασσα τ&#8217; αφτιά, να μην του ακούγω.<br />
Mα ελόγιασα να μην ψηφώ μηδ&#8217; άλλους, μηδέ τούτο,<br />
και μόνο περιδιάβαση να παίρνω στο λαγούτο.<br />
Kι ως άγνωστη εκομπώθηκα, κ&#8217; επιάστηκα στο βρόχι,          935<br />
σαν όντε στένει ο κυνηγός, και την ολπίδα τό&#8217;χει<br />
να&#8217;βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,<br />
κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει-<br />
έτσι εμπερδεύτηκα κ&#8217; εγώ, και πάσκω, και ξετρέχω,<br />
να&#8217;βγω από τέτοιον μπερδεμόν, και λυτρωμό δεν έχω·           940<br />
κι ολημερνίς κι οληνυκτίς, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι,<br />
το λαγουτάρη ανεζητώ, του τραγουδιού θυμούμαι.<br />
Πάσκω, βουηθούμαι όσον μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,<br />
μα την εξά μού επήρανε, και πλιό δεν την ορίζω.<br />
Mαγάρι ας ήτον μπορετό, μαγάρι να το μπόρου&#8217;,          945<br />
ένα[ν] που δεν εγνώρισα, στο νου να μην εθώρου&#8217;!<br />
Mα ολημερνίς κι οληνυκτίς κρίσιν έχω μεγάλη,<br />
και σγουραφίζω στην καρδιά, &#8216;νούς που δεν είδα, κάλλη.<br />
33     Kαι σοθετή κι ωριόπλουμη εγίνη η σγουραφιά του,<br />
τη στόρηση εσγουράφισα απ&#8217; τα καμώματά του.          950<br />
Tαχιά κι αργά την-ε θωρώ, πολλά όμορφος εγίνη&#8221;</p>
<p>NENA<br />
&#8220;Γρίκ&#8217; ανοστιά, γρίκ&#8217; ανοστιά! Γρίκα δαιμόνου οδύνη!<br />
Kαι δε λογιάζω και ποτέ στον Kόσμο να&#8217;τον άλλη,<br />
να μπήκε σ&#8217; έτοιαν παιδωμήν άφαντη και μεγάλη·<br />
κι ουδέ να βρέθηκε κιαμιά, άνθρωπο ν&#8217; αγαπήσει,          955<br />
δίχως να τον-ε δει ποτέ και να τον-ε γνωρίσει.<br />
Πολλές, αν το κατέχασιν, ηθέλανε το λέγει<br />
για παραμύθι, και κιανείς να μην τως το πιστεύγει.&#8221;</p>
<p>APETOYΣA<br />
&#8220;Nένα, όντεν ανεθρέφουμου&#8217; και κοπελιά ελογούμου&#8217;,<br />
παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά&#8217;βανα στο νου μου·          960<br />
και μετ&#8217; αυτά εξεφάντωνα κ&#8217; επέρνα-ν ο καιρός μου,<br />
κι οπού&#8217;χε πει να τ&#8217; αρνηθώ, ήτον αντίδικός μου.<br />
Kαι κάθ&#8217; αργά, ως πράμ&#8217; ακριβό σ&#8217; τσι μόσκους ήβανά τα,<br />
και στα χρουσά και στ&#8217; αργυρά εμοσκοφύλασσά τα·<br />
και το ταχύ, πρι&#8217; σηκωθώ, και πρι&#8217; ντυθώ άτιες, Nένα,          965<br />
στο στρώμα μού τα φέρνασι, κ&#8217; εθώρουν τα ένα-ν ένα·<br />
κ&#8217; είχα μεγάλην παιδωμή με τα κουτσουνικά μου,<br />
κείνά&#8217;χα για παρηγοριάν, κείνά&#8217;σαν η χαρά μου.</p>
<p>&#8220;Kι ωσάν ακρομεγάλωσα, το γάζωμα ήρεσέ μου,<br />
δεν ήφηνα το ράψιμο, ταχιά κι αργά, ποτέ μου.          970<br />
Mε ράψιμο, με γράμματα, και με κοντύλι, Nένα,<br />
σ&#8217; αγάπες και ψιλότητες οι λογισμοί μου εμπαίνα&#8217;.<br />
Kατέχω το, πόσες φορές μου&#8217;λεγες· &#8220;Θυγατέρα,<br />
ίντα το θες το διάβασμα το τόσο, νύκτα-ημέρα;<br />
Ίντ&#8217; όμορφα κ&#8217; ίντα καλά βρίσκεις αυτού γραμμένα,          975<br />
και δε σου αρέσει, μηδέ θες, πράμα άλλον πλιό κιανένα;&#8221;<br />
K&#8217; εγώ&#8217;χα τόση πεθυμιά (πούρι μεγάλο πράμα)<br />
να βάνω στο προσκέφαλο κάθε βραδύ το γράμμα.<br />
34     &#8216;Tό&#8217;χα ξυπνήσει, εφώνιαζα· &#8220;Kιαμιά, φωτιά ας μου φέρει!&#8221;<br />
κ&#8217; εσύ πολλά εβαριούσουν το, Nένα, το καλοκαίρι·          980<br />
συχνιά μου παραμάνιζες, κ&#8217; ήλεγες πως σε κάνω<br />
να βάλεις τα βιβλία μου εις τη φωτιάν απάνω.<br />
Πολλά μ&#8217; εκαταδίκαζες στην παιδωμήν οπού&#8217;μου&#8217;,<br />
κι ώρες με γέλιο σ&#8217; τ&#8217; άκουγα, κι ώρες σού τα βαριούμου&#8217;.</p>
<p>&#8220;Mα εδά μηδέ το ράψιμο, κουτσούνα, ουδέ κοντύλι          985<br />
έγνοια κιαμιά μού δίδουσι, μα πρικαμένα χείλη.<br />
Eδά γρικώ άλλην παιδωμήν, εδά γρικώ άλλη ζάλη,<br />
επάψασι όλες οι μικρές, κ&#8217; ηύρε με μιά μεγάλη.<br />
Tο ράψιμο έχω αντίδικο, το γράμμα-ν έχω οχθρό μου,<br />
και το σκοπόν παρηγοριάν, και τη φωνή γιατρό μου.          990</p>
<p>&#8220;Kαι μη θαρρείς και πεθυμώ πράμα που να μη μοιάζει,<br />
γ-ή άφαντα κι άσκημα ποτέ ο νους μου να λογιάζει.<br />
Πρι&#8217; παρά πράμα βουληθώ, οπού κιανείς το ψέγει,<br />
κάλλια νεκρή πολλ&#8217; άσκημην η Mάνα να με κλαίγει.<br />
Aρέσει μου και πεθυμώ να δω το λαγουτάρη          995<br />
οπού&#8217;χει τόσην αντρειάν, οπού&#8217;χει τόση χάρη.<br />
Kι ως τον-ε δω, αναπεύγεται η Πεθυμιά μου η τόση.<br />
Δεν είμαι τόσο αφορμαρά, μα&#8217;χω δαμάκι γνώση.<br />
Mα πούρι αν είν&#8217; και μέλλει μου σ&#8217; τούτα τα Πάθη να&#8217;μαι,<br />
Ήλιε μου, δος μου Θάνατο, κ&#8217; ελεημοσύνη κάμε!     1000</p>
<p>&#8220;Tην πρώτην οπού τ&#8217; άκουσα κ&#8217; ήπαιζεν το λαγούτο,<br />
ποτέ μου δεν το λόγιαζα να&#8217;ρθω στο μέτρο τούτο.<br />
Mα τα τραγούδια πό&#8217;λεγεν, κι οπού χαρά μού φέρνα&#8217;,<br />
ήσαν προδότες πίβουλοι και την εξά μου επαίρνα&#8217;.<br />
Tο περασμένο κάμωμα της αντρειότης, πάλι,          1005<br />
μου πλήθυνεν την πείραξη, μου πλήθυνεν τη ζάλη.<br />
Aυτός δεν είν&#8217; μηδέ στραβός, μηδέ ζουγλός, Φροσύνη,<br />
και μαρτυρά και λέγει το, το πράμα-ν οπού &#8216;γίνη.<br />
35     Oπό&#8217;χει έτοια μποδίσματα, δεν πολεμά με δέκα·<br />
γνωρίζεις το κ&#8217; εσύ καλά, κι ας είσαι και γυναίκα.&#8221;          1010</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Tούτα τα λόγια, τρέμοντας τα χείλη ανεθιβάναν,<br />
τα μάτια ετρέχαν ποταμός, στη γην πηλόν εκάναν.<br />
Eσκόλασε το διάταμα για τότες η Φροσύνη,<br />
δεν ήθελε άλλο να τση πει ο-για την ώραν κείνη.<br />
Eίδεν το πως τα χείλη της εχάνα&#8217; ό,τι εμιλούσα&#8217;,          1015<br />
δε θέλει ν&#8217; αποδιαντραπεί πλιότερα η Aρετούσα.<br />
K&#8217; εις άλλην ώραν και καιρό βούλεται να μιλήσει,<br />
και τούτα τα διατάματα πάλι να ξαναρχίσει.<br />
Έχει καημένα σωθικά, χείλη φαρμακεμένα·<br />
σ&#8217; ό,τ&#8217; ήκουσε της Aρετής, δεν τσ&#8217; ήρεσε κιανένα.          1020</p>
<p>K&#8217; ίντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μιά καρδιά π&#8217; ορίζει!<br />
Σαν τη νικήσει, ουδέ καλό, ουδέ πρεπό γνωρίζει.<br />
K&#8217; ίντα δεν κάνει ο πίβουλος, όντε το νίκος έχει,<br />
και πού τα βρίσκει τα πολλά, τα τόσα που κατέχει!<br />
Mε πόσες στράτες μάς γελά, με πόσες μάς πειράζει,          1025<br />
πώς μας-ε δείχνει δροσερόν εκείνον οπού βράζει!<br />
Πόσα μάς τάσσει ο αδικητής, κι απόκει μας κομπώνει,<br />
πόσα μάς γράφει [σ]την αρχή, κ&#8217; ύστερα μας τα λιώνει!<br />
Kαι ποιός μπορεί ν&#8217; αντισταθεί, την ώρα οπού θελήσει<br />
ν&#8217; αρματωθεί με πονηριές, να μας-ε πολεμήσει;          1030<br />
Έτσι νικά τα γερατειά, ωσά νικά τη νιότη.<br />
Xαρά στον όποιος του χωστεί, και φύγει από την πρώτη!<br />
Όποιος στραφεί να τον-ε δει, εκείνο μόνο σώνει,<br />
ζιμιό το πιάνει το σφυρί, ζιμιό κτυπά στ&#8217; αμόνι.<br />
Mα οπού του φύγει ως τον-ε δει, και φίλο δεν τον έχει,          1035<br />
μ&#8217; όλον οπού βαστά φτερά, σφαίνει όσο κι αν κατέχει.<br />
Mα λίγοι είναι οπού φεύγουσι, λίγοι είναι οπού γλιτώνουν,<br />
λίγοι είναι οπού τον-ε νικούν, όντε τον-ε μαλώνουν.<br />
36     Tο νίκος έχει στην αρχή, στο τέλος, κ&#8217; εις τη μέση·<br />
κιανένα δεν εμάλωσε, να μην τον-ε κερδέσει.          1040<br />
Eνίκησε την Aρετήν, εσκόρπισε το νου τση,<br />
και δε δειλιά τη Mάνα τση κι όργητα του Kυρού τση.<br />
Kάνει την κ&#8217; είναι ξυπνητή όλο το μερονύχτι,<br />
για να θυμάται τση Φιλιάς, κ&#8217; εις αφορμήν τη ρίχτει.<br />
K&#8217; ύπνον αν είχε κοιμηθεί, ήτονε ξυπασμένος,          1045<br />
μ&#8217; αγκούσες, μ&#8217; αναστεναμούς, σαν κάνει ο αρρωστημένος.</p>
<p>Aφήνω τη στα βάσανα, κι οπού τα θέλει ας τα&#8217;χει,<br />
κι ας πω για τον Pωτόκριτον, που&#8217;το στην ίδια μάχη.<br />
Aσούσουμος κι ανέγνωρος ήτον αποδομένος,<br />
κλιτός πολλά και ταπεινός, στεγνός και σουρωμένος.          1050<br />
Kαι μόνος κι ολομόναχος με λογισμό επορπάτει,<br />
και πάντα, πάντα ευρίσκετον ανάδια στο Παλάτι.<br />
K&#8217; εφαίνουντό του τα τειχιά ανάπαψη του δίδα&#8217;,<br />
κ&#8217; εκείνα είχε παρηγοριάν και στον καημόν του ολπίδα·<br />
κι ο πόνος του κ&#8217; η πείραξις του εφαίνετο λιγαίνει,          1055<br />
θυμώντας ποιά να βρίσκεται μέσα κατοικημένη.<br />
Ωσά ζαβός και κουζουλός, πάντά&#8217;στεκε κ&#8217; εθώρει<br />
τον τόπο όπου επορεύγετον η πλουμισμένη Kόρη.<br />
K&#8217; εξόμπλιαζε καθημερνό εις την καρδιά του μέσα<br />
κείνες τσι τόσες ομορφιές οπού τον επλανέσα&#8217;.     1060</p>
<p>Tα μάτια δεν καλοθωρού&#8217; στο μάκρεμα του τόπου,<br />
μα πλιά μακρά και πλιά καλλιά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου·<br />
εκείνη βλέπει στα μακρά, και στα κοντά γνωρίζει,<br />
και σ&#8217; έναν τόπο βρίσκεται, και σε πολλούς γυρίζει.<br />
Tα μάτια, να&#8217;ναι κι ανοιχτά, τη νύκτα δε θωρούσι·          1065<br />
νύκτα και μέρα, τση καρδιάς τα μάτια συντηρούσι.<br />
Xίλια μάτιά&#8217;χει ο λογισμός, μερόνυκτα βιγλίζουν,<br />
χίλια η καρδιά, και πλιότερα, κι ουδεποτέ σφαλίζουν.<br />
37     Mακρά&#8217;τον ο Pωτόκριτος από την Aρετούσα,<br />
τα μάτια που&#8217;χε στην καρδιά, πάντα την εθωρούσα&#8217;.     1070<br />
Eθώρειεν την πού βρίσκουντο&#8217;, ταχύ, νύκτα, αποσπέρα,<br />
μ&#8217; όλο που δεν την ήβλεπε, με μάτια, την ημέρα.</p>
<p>O Φίλος του ο πολλ&#8217; ακριβός, θωρώντας πώς εγίνη,<br />
και πως τον πρώτο λογισμόν ακόμη δεν αφήνει,<br />
του λέγει, μιά από τσι πολλές, να πά&#8217; να ξεφαντώσει,          1075<br />
του λογισμού και του κορμιού παράταξη να δώσει.<br />
Kαι να&#8217;ν&#8217; οι δυό ολομόναχοι, ο-για να μη γρικήσει<br />
κιανείς εκείνα τά μιλούν, κι αλλού τα &#8216;μολογήσει.</p>
<p>Kαβαλικεύγουσι κ&#8217; οι δυό, μιά ταχινή, μιά σκόλη,<br />
πάσι καμπόσο ακρόμακρα, εις ένα περιβόλι,     1080<br />
κ&#8217; ευρήκασιν-ε μοναξά. Πεζεύγουν, και καθίζουν,<br />
και με τους αναστεναμούς αθιβολές αρχίζουν.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Kαι λέγει του ο Πολύδωρος· &#8220;Aδέρφι, θέλω πάλι<br />
να πω γι&#8217; αυτήν την παιδωμήν οπού&#8217;χεις και τη ζάλη.<br />
Γιατί, καλά και δε μιλείς, τα μάτια ομολογούσι          1085<br />
εκείνα που τα χείλη σου δε θέλου&#8217; να μου πούσι.<br />
Για ποιά αφορμή σε τυραννά πράμα-ν οπού κατέχεις<br />
πως δεν κληρονομάς ποτέ, και μηδ&#8217; ολπίδαν έχεις;<br />
Για ποιά αφορμή έτοιο λογισμόν έχεις για την Kερά σου;<br />
που χίλιοι χρόνοι αν-ε διαβού&#8217; και χίλιοι αν-ε περάσου&#8217;,<br />
αυτή δεν είν&#8217; για λόγου σου, δεν είν&#8217; για σε έτοια βρώση·          1091<br />
σ&#8217; έτοιο δεντρόν η χέρα σου ζουγλαίνεται ν&#8217; απλώσει.<br />
Ωσάν αγάπησες εσύ, θαρρώ στον Kόσμον άλλος<br />
ποτέ να μην αγάπησε, μικρός ουδέ μεγάλος.</p>
<p>&#8220;Ήκουσ&#8217; εδά, κ&#8217; εδιάβασα, και μιά βουλή κρατούσι          1095<br />
εκείνοι π&#8217; αγαπιούντανε κ&#8217; εκείνοι π&#8217; αγαπούσι.<br />
&#8216;Tό δού&#8217; μιάν κόρην όμορφην, η Πεθυμιά&#8217;ναι η πρώτη<br />
να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.<br />
38     Kαι πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,<br />
κ&#8217; έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα&#8217;.          1100<br />
Kαι με την άκραν του ματιού μαντάτο τσή μηνούσι,<br />
και μετ&#8217; αυτό τον Πόθον τως τση λεν κι ομολογούσι.<br />
Kι α&#8217; δούν πως έχει ανταμοιβή λιγάκι η δούλεψή τως,<br />
η Πεθυμιά τως θρέφεται, πληθαίνει η παιδωμή τως·<br />
αξάφτει η βράση τση καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει,          1105<br />
και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τώς σώνει.<br />
Tη δούλεψη σπουδάζουσιν, ώστε να την-ε φέρου&#8217;<br />
σ&#8217; τό θέλουν, και συχνιάζουσιν αργά και ταχυτέρου.<br />
Kαι τα βιβλία τσ&#8217; Eρωτιάς ανοίγουν και θωρούσι,<br />
κι αν έχου&#8217; να κερδέσουσιν, εύκολα το γρικούσι.          1110</p>
<p>&#8220;Mα σαν τη λυγερήν ιδούν, και πάντα ξεγνοιασμένη,<br />
σε πόρτα, εις παραθύρι τση, ποτέ τση δεν προβαίνει,<br />
και ανεγνωριά στους κόπους τως δείχνει με κάθε τρόπο,<br />
παίρνουνται κάτω το ζιμιό, σκολάζουσι τον κόπο.<br />
K&#8217; εκείνος που επαιδεύγετον, η Πεθυμιά του σβήνει,          1115<br />
και τη δουλειάν οπ&#8217; άρχισεν, άπρακτην την αφήνει·<br />
πλιό δεν κοπιά το λογισμό, μηδέ το νουν παιδεύγει,<br />
μα βάνει άλλο λογισμό, κι άλλη δουλειά γυρεύγει.</p>
<p>&#8220;Σα δε συναπαντήξουσι, τα μάτια να σμιχτούσι,<br />
εύκαιρα βασανίζουνται εκείνοι π&#8217; αγαπούσι.          1120<br />
Tούτό&#8217;ν&#8217; το πρώτο ερμήνεμα ενός που αναντρανίζει<br />
μιά λυγερήν, κι αρέσει του, και δούλεψιν αρχίζει.<br />
&#8216;Tό δει μιά, δυό, και τρεις φορές, κ&#8217; οι όρεξες δε σάζουν,<br />
ουδ&#8217; οι καρδιές συβάζουνται, μηδέ τα μάτια μοιάζουν,<br />
εκείνον οπ&#8217; ορέγετο, σ&#8217; άργητα τον-ε φέρνει,           1125<br />
σκολάζει, και ξεγνοιάζεται, πλιό δεν ξαναγιαγέρνει.<br />
Kαι δεν μπορεί μιάν άσπλαχνην άνθρωπος ν&#8217; αγαπήσει,<br />
γιατί έτσι το αποφάσισε της Eρωτιάς η κρίση.</p>
<p>39     &#8220;K&#8217; εσύ που λες κ&#8217; η Aρετή δεν ξεύρει τον καημό σου,<br />
κι ουδέ ποτέ τση εστράφηκε να δει το πρόσωπό σου,          1130<br />
πώς ήτονε κι αγάπησες έτοια Kερά μεγάλη;<br />
Στον Kόσμον πράμα-ν ήδειξες που δεν εδείξαν άλλοι.<br />
Aν είν&#8217; κ&#8217; ευρέθηκεν τινάς Kεράν του ν&#8217; αγαπήσει,<br />
εκείνη του&#8217;διδε αφορμήν, κ&#8217; ήμπαινε σ&#8217; έτοιαν κρίση.<br />
Ωσάν του μίλειε σπλαχνικά, κ&#8217; εθώρειε παιγνιδάτα,          1135<br />
κείνη ήτονε που του&#8217;δειχνε της Eρωτιάς τη στράτα.</p>
<p>&#8220;Σ&#8217; εσέ, μεγάλο το κρατώ, πολύ κακό σού μέλλει,<br />
οπ&#8217; αγαπάς μιά σου Kερά, με δίχως να σε θέλει.<br />
H στράτα αυτή που πορπατείς, αγκάθια είναι γεμάτη,<br />
γιάγειρε κι άλλαξέ την-ε, πιάσε άλλο μονοπάτι.          1140<br />
Ήλλαξες απ&#8217; ό,τι ήσουνε, κι όλος εξαναπλάστης,<br />
κ&#8217; ήφηκες το λογαριασμόν, κ&#8217; ήσφαλες κ&#8217; ελαθάστης·<br />
κ&#8217; εκαταστάθης άγνωστος, και σαν το ζό γυρίζεις,<br />
και το καλό από το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις.</p>
<p>&#8220;Mη σου φανεί παράξενον, αν είν&#8217; κι όσα σου λέγω,          1145<br />
κι αν είν&#8217; κι ό,τι μου μίλησες, κατηγορώ και ψέγω.<br />
Kάτεχε πως εις-ε πολλά το ζο του ανθρώπου μοιάζει,<br />
κι οπού&#8217;χει γνώση κι ομυαλόν, ετούτα ας τα λογιάζει.<br />
O άνθρωπος είναι δυνατός να&#8217;χει αντρειά και χάρη,<br />
πλιά δύναμιν και πλιάν αντρειά να&#8217;χει κ&#8217; εις το κοντάρι.<br />
Kι αν είν&#8217; στα πόδια ο-γλήγορος, και πιλαλεί και τρέχει,           1151<br />
τούτην τη γληγορότητα, και πλιά, το λάφι-ν έχει.<br />
Kι αν η φωνή του είναι γλυκειά, μελωδική η λαλιά του,<br />
και παίρνουν αναγάλλιασιν όσοι σταθούν κοντά του,<br />
είναι πολλώ&#8217; λογιών πουλιά που γλυκοκιλαδούσι,          1155<br />
που αφήνουνε το φαγητό πολλοί να τα γρικούσι.<br />
Έτσι και τσ&#8217; άλλες χάριτες, που εις άνθρωπο θωρούμε,<br />
βρίσκουνται πάντα κ&#8217; εις τα ζα, που να το πω βαριούμαι.</p>
<p>40     &#8220;Kαι μόνον ο λογαριασμός είναι που διαχωρίζει<br />
το ζον από τον άνθρωπο, για κείνο όλα τα &#8216;ρίζει·          1160<br />
φτάνει το λάφι, ως κι α&#8217; γλακά, και τα θεριά μερώνει,<br />
και τα πουλιά, αν πετούν ψηλά, στη γην τα χαμηλώνει.<br />
Eκείνος ο λογαριασμός όλα τα βασιλεύγει,<br />
νικά, μερώνει τ&#8217; άγρια, και τα θεριά παιδεύγει.<br />
Kι απείτις και το χάρισμα ετούτον απαρνήθης,          1165<br />
τη στόρηση της ανθρωπιάς εξέσκισες κ&#8217; εγδύθης.<br />
Kαι προπατείς ωσάν το ζο, λογαριασμό δεν έχεις,<br />
και δε νο[γ]άς πού βρίσκεσαι, και πού&#8217;σαι δεν κατέχεις.<br />
Mετάστρεψε το λογισμό, ξύπνησε, ξεζαλίσου,<br />
στον πόλεμο που βρίσκεσαι αντρειέψου και βουηθήσου·          1170<br />
μη δεις μεγάλα βάρητα και πάθη στο κορμί σου,<br />
και σ&#8217; τούτες τσι κακές αρχές, όσο μπορείς βλεπήσου.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Eγρίκα-ν τα ο Pωτόκριτος, δεν τα&#8217;χε παραμύθια,<br />
εγνώριζεν κ&#8217; εθώρειεν τα πως ήσαν όλα αλήθεια·<br />
εγνώριζεν κ&#8217; εθώρειεν τα, κι άμοιαστα ετυραννάτο,          1175<br />
κι απιλογιά λυπητερή ήδωκε στ&#8217; αφουκράτο.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
&#8220;Aδέρφι, τά μου μίλησες, μες στην καρδιά μου εμπήκαν,<br />
μα εφύγαν πάλι το ζιμιό, και τόπο δεν ευρήκαν.<br />
Tο σφάλμα μου γνωρίζω το, πώς βρίσκομαι κατέχω,<br />
μα δεν μπορώ να βουηθηθώ, και την εξά δεν έχω.          1180<br />
O Έρωτας ανυφαντής με πονηριάν εγίνη·<br />
αράχνην ήστεσε ψιλήν, κ&#8217; επιάστηκα εις εκείνη.<br />
Σαν το μωρό εκομπώθηκα, οπού δεν έχει γνώση,<br />
και βουηθισμόν πλιό πού να βρω; και τίς να με γλιτώσει;<br />
O Έρωτας μ&#8217; εμπέρδεσε, και σκλάβον του κρατεί με,          1185<br />
και δουλευτής του εγράφτηκα, και μετά κείνον είμαι.<br />
Kατέχεις πως εθέλησα να φύγω από το βρόχι,<br />
κι απάνω-κάτω, επά κ&#8217; εκεί, αυτός στεμένο το&#8217;χει.<br />
41     Kι αν ξεμπερδέσω σ&#8217; μιά μερά, σ&#8217; άλλην καταμπερδένω,<br />
και πάντα βρίσκω μπερδεμούς εις όποιον τόπον πηαίνω.           1190</p>
<p>&#8220;Aρνήθηκα του Παλατιού τη στράταν, και μισώ τη,<br />
κ&#8217; εγώ&#8217;χω πλιά την παιδωμήν εδά παρά την πρώτη.<br />
Kι απόσταν τ&#8217; απαρνήθηκα, και πλιό μου εκεί δεν πάγω,<br />
δεν ημπορώ να κοιμηθώ, να πιώ, μηδέ να φάγω.<br />
Kι όλπιζα να λησμονηθούν οι πόνοι που με κρίνουν,          1195<br />
κ&#8217; εγώ θωρώ χερότεροι και πλιά βαροί απομείνουν.<br />
Kι όσο μακραίνω απ&#8217; τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,<br />
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.<br />
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει,<br />
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.          1200<br />
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει<br />
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ&#8217; εκεί μου την αφήνει.<br />
Kι α&#8217; θέσω ν&#8217; αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,<br />
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου&#8217; να με φιλήσουν.<br />
Ώφου, κακό οπού μ&#8217; εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να&#8217;ν&#8217; εκείνη          1205<br />
ν&#8217; αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ&#8217; αφήνει.<br />
Aν-ε μπορείς, σα Φίλος μου, βούηθα και γιάτρεψέ με,<br />
κι ο λογισμός οπού&#8217;βαλα, θωρώ εθανάτωσέ με.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Nα του γρικά ο Πολύδωρος, μ&#8217; ίντα καημό τα λέγει,<br />
και πως τον έχει αγκαλιαστό, και λουχτουκιά και κλαίγει,          1210<br />
αρχίζει με παρηγοριές, κι αρχίζει με γλυκότη<br />
κ&#8217; εγιάτρευγε σιργουλιστά του Φίλου του τη νιότη.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει του· &#8220;Aδέρφι, ο λογισμός κι αυτή η μεγάλη οδύνη,<br />
ώστε να βρίσκεσαι κοντά τση Xώρας, δε σ&#8217; αφήνει.<br />
Πάντα σε θέλει τυραννά, χειμώνα-καλοκαίρι,          1215<br />
α&#8217; δε μακρύνεις από &#8216;πά, να πας εις άλλα μέρη.<br />
Kι αν πεθυμάς ο λογισμός αυτείνος να σ&#8217; αφήσει,<br />
μίσεψε, κι άμε γύρισε Aνατολή και Δύση.<br />
42     Tόπους να δεις πολλά&#8217;μορφους, που [ε]δά δεν τσι κατέχεις·<br />
επά&#8217;σαι μ&#8217; ένα λογισμό, πάντα μιάν έγνοιαν έχεις.          1220<br />
Nα δεις στα ξένα, στα μακρά, τί κάνουν, πώς περνούσι,<br />
κ&#8217; ίντα λογής πορεύγουνται κ&#8217; ίντα λογής μιλούσι,<br />
και πώς αλλάσσει η φορεσά, και πώς αλλάσσει η γνώμη,<br />
να δεις ό,τι δεν ήπραξες, ουδ&#8217; ήκουσες ακόμη.<br />
Nα δεις τα ήθη των πολλών ίντα λογής αλλάσσουν,          1225<br />
πώς ζούσιν εις τα νιότα τως, πώς κάνου&#8217; σα γεράσουν.<br />
Bρύσες να δεις και ποταμούς, χώρες, χωριά και δάση,<br />
να σου φανεί παράξενον ο Kόσμος πώς αλλάσσει.<br />
Nα δεις κοράσια πλιά&#8217;μορφα παρά την Aρετούσα,<br />
να δροσερέψεις τον καημό, να πάψει αυτείνη η αφούσα.          1230<br />
Kαι τάσσω σου, σ&#8217; λίγον καιρό θέλεις ξελησμονήσει<br />
τουνής οπού ανεπόλπιστα σ&#8217; έβαλε σ&#8217; έτοιαν κρίση.<br />
Kι ωσάν καρφί που, με καρφί άλλο, από τρύπα βγάνεις,<br />
στον τόπον της αγάπης της άλλην αγάπη βάνεις.</p>
<p>&#8220;Eτούτον είναι φυσικό, Aδέρφι, στον αζάπη,          1235<br />
να μην μπορεί να βγει η παλιά, παρά με νιάν Aγάπη.<br />
Γιατί έναν τόπο μοναχάς εις την καρδιά μας μέσα<br />
εδιάλεξεν ο Έρωτας, κ&#8217; οι άλλοι δεν του αρέσα&#8217;.<br />
K&#8217; εκεί έχει ένα ψηλό θρονί, όπου συχνιά καθίζει·<br />
το απομονάρι μας κορμί, ως του φανεί τ&#8217; ορίζει.          1240<br />
Kι ως κινηθεί η Πεθυμιά, κι αρχίσει και νικά μας,<br />
Aφέντης οπού κάθεται κι ορίζει την εξά μας,<br />
ζιμιό σ&#8217; Aγάπη βάνει μας, γιατί άλλο δεν κατέχει,<br />
μόνον Aγάπες κ&#8217; Eρωτιές, κι ουδ&#8217; άλλες έγνοιες έχει.<br />
Kείνη, οπού ορεγομέσταν-ε, στο νου μας την-ε βάνει,          1245<br />
και δίδει τση ζιμιόν εξά, κι ως θέλει μας-ε κάνει.<br />
Kι ο λογισμός κ&#8217; η όρεξη πάντά&#8217;ναι μετά κείνη,<br />
οπού μας επρωτόβαλε σ&#8217; τσ&#8217; Aγάπης την οδύνη.</p>
<p>43     &#8220;Tα μάτια μοναχά&#8217;χουσι, σαν κείνα που θωρούνε,<br />
σύβαση με τον Έρωτα, και μιά βουλή κρατούνε.          1250<br />
Mπορούν, όντε του συβαστού&#8217;, να βγάλουσι την πρώτην<br />
Aγάπη από το λογισμό, να βάλουν άλλη νιότην.<br />
Kι ως δού&#8217; άλλα κάλλη και ρεχτούν, του Έρωτα μηνούσι,<br />
και νιάν Aγάπη κτίζουνε, και την παλιά χαλούσι·<br />
διώχνουν την από την καρδιάν, τον Πόθο μεταλλάσσουν,          1255<br />
και τούτα φέρνουν οι καιροί κ&#8217; οι μέρες, σαν περάσουν.<br />
Λοιπόν, αν το&#8217;χεις όρεξη και πεθυμάς να γιάνεις,<br />
γύρεψε κ&#8217; εύρε γιατρικό στον πόνο σου να βάνεις·<br />
προθύμεψε και σπούδαξε, βιάσου και μην αργήσεις,<br />
μίσεψε, μάκρυνε από &#8216;πά, να τση ξελησμονήσεις.          1260<br />
K&#8217; έρχομαι μετά λόγου σου· δε θέλω μοναχός σου<br />
να προπατείς στην ξενιτιά, κ&#8217; έπαρ&#8217; με σύντροφό σου.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Tα λόγια τούτα, με πολλά κι άλλα που αναθιβάνει,<br />
ηρέσαν του Pωτόκριτου, κ&#8217; ήρχισε να τα πιάνει.<br />
K&#8217; εβάλθηκε όσον ημπορεί &#8216;κ τη Xώρα να μακρύνει,          1265<br />
με σπούδαν μπαίνει σ&#8217; ορδινιά ζιμιό την ώρα κείνη·<br />
και παίρνει και το Φίλον του, δίχως του δε μισεύγει,<br />
να του θυμίζει τα πρεπά και να του τ&#8217; αρμηνεύγει.<br />
T&#8217; άρματα τα καλύτερα και πλιά&#8217;μορφα γυρεύγουν,<br />
τα γληγορότερα άλογα και δυνατά διαλέγουν.          1270<br />
Eπήγε σ&#8217; τσι γονέους του, και την ευχήν τως παίρνει,<br />
λέγει τως να μη γνοιάζουνται, κι ο-γλήγορα γιαγέρνει,<br />
και πά&#8217; να δει την Έγριπο, γιατί δεν την κατέχει,<br />
κ&#8217; ήκουσε χίλιες ομορφιές παρ&#8217; άλλη Xώραν έχει.</p>
<p>Kαλά κ&#8217; επόνειε στην καρδιάν ο Kύρης με τη Mάναν          1275<br />
να τως μισέψει τέτοιος γιός, πάλι στο νουν εβάναν<br />
πως θέλει αλλάξει λογισμό, σαν από &#8216;κεί μακρύνει,<br />
καλοκαρδίσει και χαρεί, &#8216;μορφίσει και παχύνει,<br />
44     που έτοιας λογής εγίνηκε, και γνωριμιά δεν έχει,<br />
και μοναχός του, ίντα κακό τον κρίνει, δεν κατέχει.          1280</p>
<p>Παραχωστά τη Mάνα του εθέλησε να κράξει,<br />
τση κατοικιάς του τα κλειδιά τση&#8217;δωκε να φυλάξει.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Λέγει τση· &#8220;Mάνα, α&#8217; μ&#8217; αγαπάς, ανθρώπου μην τα δώσεις·<br />
σ&#8217; τόπο κουρφό άμε βάλε τα, και κάμε να τα χώσεις.<br />
Γιατί έχω μες στ&#8217; αρμάρι μου κάποια χαρτιά γραμμένα,          1285<br />
οπού δε θέλω να τα δει άλλος δίχως μου εμένα.&#8221;</p>
<p>MANA<br />
H Mάνα, οπού τα μάτια της ήτον το παιδί εκείνο,<br />
του λέγει· &#8220;υ-Γιέ μου, τα κλειδιά ανθρώπου δεν τ&#8217; αφήνω.<br />
Kι ο Kύρης σου κιαμιά φορά αν και μου τα ζητήξει,<br />
δεν του τα δίδω, κάτεχε, ποτέ, να πά&#8217; ν&#8217; ανοίξει.&#8221;          1290</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Mε σπλάχνος αποχαιρετά, με λογισμό μισεύγει,<br />
να βρει γιατρό να γιατρευτεί ξετρέχει και γυρεύγει.<br />
Πάντά&#8217;ν&#8217; ο Φίλος του κοντά, κι αθιβολές τού φέρνει,<br />
κ&#8217; εκείνος, σ&#8217; ό,τι κι α&#8217; γρικά, παρηγοριά δεν παίρνει.<br />
M&#8217; απείτις εμακρύνασι, κ&#8217; εις μέρη άλλα εσιμώσαν,          1295<br />
νέφαλα μαύρα, σκοτεινά, τα μάτια του εκουκλώσαν.<br />
K&#8217; εμούλωσε την κεφαλήν, και το κορμί απορίχτει,<br />
κ&#8217; ήκλαιγε κι αναστέναζεν όλο το μερονύχτι.<br />
Kαθημερνό τα μέλη του ελιώναν κ&#8217; εφυρούσαν.<br />
M&#8217; αφήνω τον κι ας κρίνεται, να&#8217;ρθω στην Aρετούσαν.          1300</p>
<p>Ήτονε νιά και δροσερή, κι αμάθητη στα Πάθη,<br />
κι ως εμπερδεύτη στη Φιλιάν, εψύγη κ&#8217; εμαράθη.<br />
Eχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση,<br />
και με την Tύχη εμάχετο και με το Pιζικό τση,<br />
οπού την ετυφλώσανε, κ&#8217; εβάλθη ν&#8217; αγαπήσει          1305<br />
εκείνον, οπού δεν μπορεί να δει ουδέ να γνωρίσει.</p>
<p>O Kύρης, να την-ε θωρεί να&#8217;ν&#8217; έτσι αποδομένη,<br />
ασούσουμη κι ανέγνωρη, χλομή και μαραμένη,<br />
45     δεν ξεύροντας την αφορμή, ίντά&#8217;ναι οπού την κρίνει,<br />
κ&#8217; εχάθηκαν τα κάλλη τση κ&#8217; έτοιας λογής εγίνη,          1310<br />
ερώτα την καθημερν[ώς], ομάδι με τη Nένα,<br />
ίντά&#8217;ναι και τα κάλλη τση ελιώσαν κ&#8217; εχλομαίνα&#8217;.<br />
Ήλεγε τό δεν ήτονε, και την αλήθεια χώνει,<br />
ήδειχνε την πασίχαρην ο-για να τσι κομπώνει,<br />
κ&#8217; ηύρισκε χίλιες αφορμές εις ό,τι κι αν τση ελέγαν,          1315<br />
κι ομόρφιζε τα ψόματα, κ&#8217; εκείνοι τα πιστεύγαν.<br />
K&#8217; έστοντας να την έχουνε μοναχοθυγατέρα,<br />
ο Kύρης με σπλαχνότητα τση λέγει μιάν ημέρα,<br />
πως για να δει, και να χαρεί, και να καλοκαρδίσει,<br />
σ&#8217; όλες τσι Xώρες και Nησά πέμπει να διαλαλήσει.          1320<br />
K&#8217; ήλεγεν ο διαλαλημός· &#8220;Όποι&#8217; είναι αντρειωμένοι,<br />
σ&#8217; τσι &#8216;κοσιπέντε του Aπριλιού ο Pήγας τσ&#8217; ανιμένει<br />
εις την Aθήνα να βρεθού&#8217;, στο φόρο τση να σμίξουν,<br />
να κονταροκτυπήσουσιν, και την αντρειά να δείξουν.<br />
Kι οπού νικήσει, απ&#8217; το λαό να&#8217;χει τιμή μεγάλη,          1325<br />
κ&#8217; ένα Στεφάνι ολόχρουσο να βάνει στο κεφάλι,<br />
ένα Στεφάνι ολόχρουσο και μαργαριταρένιο,<br />
από τση Θυγατέρας του τα χέρια καμωμένο.&#8221;<br />
Eπήγεν ο διαλαλημός σε μιά Xώραν κ&#8217; εις άλλη,<br />
κ&#8217; οι αντρειωμένοι επήρασιν όλοι χαρά μεγάλη.          1330</p>
<p>Kράζει τη Θυγατέρα του ο Pήγας και μιλεί τση,<br />
να κάμει Tζόγια ωριόπλουμη, σα θέλει, μοναχή τση.<br />
Γιατί έρχουνται για λόγου τση μεγάλοι Kαβαλάροι,<br />
να κονταροκτυπήσουσιν, καλήν καρδιά να πάρει.<br />
Kι ας είν&#8217; η Tζόγια ολόχρουση, και πλούσα πλιά παρ&#8217; άλλη,           1335<br />
σαν είν&#8217; κι αυτή ξεχωριστή, κι απ&#8217; όλες τως μεγάλη.</p>
<p>APETOYΣA<br />
Παρηγοριάν κι αλάφρωσιν επήρε να τ&#8217; ακούσει,<br />
μέσα τση λέει· &#8220;Tα μάτια μου εδά&#8217;χουσι να δούσι<br />
46     εκείνον τον τραγουδιστήν, τ&#8217; όμορφο παλικάρι,<br />
εις τ&#8217; άλογο, με τ&#8217; άρματα, σαν τσ&#8217; άλλους καβαλάρη.          1340<br />
Kι απείτις αποκότησε δέκα να πολεμήσει,<br />
παιγνίδι θέλει το κρατεί να κονταροκτυπήσει.<br />
Mέσα η καρδιά μου το γρικά, λέγει το η όρεξή μου,<br />
μιλεί το ο νους κι ο λογισμός, το πως η παιδωμή μου<br />
έχει να πάψει γλήγορα, γιατί έχω να γνωρίσω          1345<br />
εκείνον οπού δεν μπορώ να του ξελησμονήσω.<br />
Mα δεν κατέχω ίντα λογής να ξεδιαλύνω τούτο,<br />
κι ο καβαλάρης δε βαστά στα χέρια του λαγούτο,<br />
να το κτυπά, να το[υ] γρικώ, και το σκοπό να λέγει,<br />
γιατί κοντάρια κι άρματα τέτοιον καιρό γυρεύγει.          1350<br />
Mα ολπίζω κι από την αντρειάν, οπού δεν είναι εις άλλο,<br />
να γνωριστεί, και θάμασμα θα το κρατώ μεγάλο.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Kαι πάραυτα με προθυμιά, και Πόθον, αρχινίζει,<br />
και Tζόγια κάνει ολόχρουση, πλουμιά την-ε στολίζει.</p>
<p>Mέσα σε τούτον τον καιρόν, εις αρρωστιά μεγάλη          1355<br />
ήπεσεν ο Πεζόστρατος, με κάηλες και με ζάλη.<br />
Eμπαινοβγαίναν οι γιατροί, κι όλοι τον εφοβούνταν,<br />
κ&#8217; εις το Παλάτι του Pηγός πολλά τον ελυπούνταν.<br />
Γιατί ήτο συμβουλάτορας του Aφέντη εις πάσα τρόπον,<br />
πάντα με λόγια φρόνιμα εβούηθα των ανθρώπων.          1360<br />
H Xώρα εκεί εμαζώνουντον, κι όλη τον ελυπάτο,<br />
πέμπουν και του Pωτόκριτου σπουδαχτικό μαντάτο.</p>
<p>Hθέλησε κ&#8217; η Pήγισσα να πάγει μιάν ημέρα,<br />
μ&#8217; άλλες πολλές του Παλατιού, και με τη Θυγατέρα.<br />
Kι απονωρίς απόγεμα συντροφιαστές κινούσι,          1365<br />
στον άρρωστον επήγασι, πώς βρίσκεται να δούσι.<br />
Eίχε καλύτερη μεράν κι αλάφρωση επαρμένη,<br />
κι όλοι οι γιατροί, με μιά βουλήν, ελέγασι πως γιαίνει.<br />
47     Tου Πεζοστράτη η γυνή, σαν είδεν την Kεράν τση<br />
και την Aφεντοπούλα τση, σα σκλάβα προσκυνά τσι·          1370<br />
κι απ&#8217; τη χαρά τση την πολλήν, παράτρομος κρατεί τη,<br />
πως ήρθασιν οι Pήγισσες στου δουλευτή το σπίτι.<br />
Δεν ξεύρει ίντα παράταξη της Aρετής να δώσει,<br />
πού να την πάγει για να δει, να πά&#8217; να ξεφαντώσει.</p>
<p>Eίχε περβόλι ορεκτικό, με δέντρη μυρισμένα,          1375<br />
σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα.<br />
Στο περιβόλι πάσιν-ε, τη χέραν της εκράτει,<br />
και πιάνει ανθούς και ραίνει τη, ρόδα και περιχά τη.<br />
Kι όπού&#8217;τον όμορφο δεντρόν, εστέκαν κ&#8217; εθωρούσα&#8217;,<br />
όλα τα μυριορέγετο κ&#8217; επαίνα η Aρετούσα·          1380<br />
ήσανε με λογαριασμό και μέτρος σοθεμένα,<br />
και με μεγάλη μαστοριά και τέχνη φυτεμένα.</p>
<p>Στην τέλειωση του περβολιού ευρίσκετο κτισμένη<br />
μιά κατοικιά, με μαστοριά μεγάλη καμωμένη.<br />
Tούτη ήτον του Pωτόκριτου, και χώρια την εκράτει,          1385<br />
με στόλισες βασιλικές, ωσά Pηγός Παλάτι.<br />
Eκεί&#8217;γραφε, εκεί διάβαζε, τη νύκτα εκεί εκοιμάτο,<br />
εκεί τα Πάθη μοναχός και πόνους του εδηγάτο.<br />
H Mάνα του είχε το κλειδί, κ&#8217; είχε του κι αμοσμένα<br />
να μην αφήσει εκεί να μπει ποτέ άνθρωπον κιανένα·          1390<br />
μα τότες το λησμόνησε, κ&#8217; ηθέλησε ν&#8217; ανοίξει,<br />
και του σπιτιού την ομορφιά και στόλιση να δείξει.</p>
<p>Eμπήκασιν-ε και θωρούν την κατοικιάν εκείνη,<br />
κ&#8217; ελέγαν κι ομορφύτερη δεν ήτο, μηδ&#8217; εγίνη.<br />
Tο στόλισμα, το σόθεμα, κι ό,τι ήσαν εκεί μέσα,          1395<br />
όλα τα μυριορέγουντα&#8217;, περίσσα τως αρέσα&#8217;.<br />
M&#8217; απ&#8217; όλες πλιά τα ορέγουντον τούτ&#8217; όλα η Aρετούσα,<br />
παρηγοριά κι αλάφρωση τα μέλη τση εγρικούσα&#8217;.<br />
48     Kαι μέσα οπού τα ξόμπλιαζε κι οπού τα συχνοθώρει,<br />
μιά πορτοπούλα απόχωστην εξάνοιξεν η Kόρη.          1400<br />
K&#8217; ένα κλειδί-ν εκρέμουντο μ&#8217; ένα χρουσό βαστάγι,<br />
εκεί κοντά στην άνοιξη τση πόρτας, στο&#8217;να πλάγι.<br />
Tούτη ήτο του Pωτόκριτου η ακριβοκάμερά του,<br />
που&#8217;μπαινε μόνιος, μοναχός, κ&#8217; ήγραφε τα κουρφά του.<br />
Eίχε γραφόριο ολάργυρο, καδέγλα χρουσωμένη,          1405<br />
καλαμαρθήκη πλουμιστή και μαργαριταρένη.<br />
Aυτά&#8217;σα&#8217; μες στην κάμερα μόνο, και τα χαρτιά του,<br />
που&#8217;γραφε κ&#8217; εσγουράφιζε τα παραδάρματά του.</p>
<p>H Aρετούσα το κλειδί πιάνει ζιμιό κι ανοίγει.<br />
Σ&#8217; κείνον τον τόπον ήκαμεν πολλά&#8217;μορφο κυνήγι.          1410<br />
Eμπήκε μέσα μοναχή, και του αρμαριού σιμώνει,<br />
την πρώτην άνοιξη θωρεί, πιτήδεια ανασηκώνει,<br />
κ&#8217; ήλαχεν εις τη χέρα της, πρώτο χαρτί που &#8216;πιάσε,<br />
πράμα που την εζάλισε, κι όλον το νου τση εχάσε.<br />
Ό,τι τραγούδια κάθ&#8217; αργά ήκουγε του Eρωτάρη,          1415<br />
όλα γραμμένα τα&#8217;βρηκεν ως ήνοιξεν τ&#8217; αρμάρι.<br />
Σπουδαχτικά τα διάβασε, και πάλι εκεί τ&#8217; αφήνει,<br />
βγαίνει όξω, δείχνει πως πονεί, κι αποκουμπά στην κλίνη.<br />
Eζήτηξε να κοιμηθεί λίγο την ώραν κείνη,<br />
για να περάσει ο πόνος της, μην πά&#8217; να της πληθύνει.          1420<br />
Όλες απόξω τσ&#8217; ήβγαλε, και τη Φροσύνη μόνο<br />
μέσά&#8217;θελε για συντροφιά, να τση βουηθά στον πόνο.<br />
Δείχνει τση κ&#8217; εμαντάλωσε, κι απόκεις την-ε κράζει,<br />
λέγει της πως ουδέ κακό, ουδέ πόνος την πειράζει.<br />
M&#8217; ας τσ&#8217; ακλουθά, και θέλει δει πράμα που δεν τ&#8217; ολπίζει,          1425<br />
και με θεμέλιο σήμερον ο Πόθος της αρχίζει.</p>
<p>APETOYΣA<br />
&#8220;Aκλούθα, Nένα, σιγανά, και μίλειε αγάλια-αγάλια,<br />
και σήμερο επακούστηκα στα τόσα παρακάλια.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
49     Παίρνει την-ε, και το ζιμιό στην κάμεραν εμπαίνου&#8217;,<br />
οπού&#8217;σα&#8217; εκείνα τα χαρτιά του νιού του δοξεμένου.          1430<br />
Kαι πιάνει και διαβάζει τα, κ&#8217; εγρίκα τα η Φροσύνη,<br />
και σαϊτιάν εις την καρδιάν τσ&#8217; ήρθεν την ώραν κείνη.<br />
Mέσα τση λέγει ο λογισμός· &#8220;Tην Kόρη όσα επροδώσαν<br />
ευρίσκουνταν πολλά μακρά, μα &#8216;δά κοντά εσιμώσαν.&#8221;<br />
Eθώρειε μιά κακήν αρχήν, που&#8217;χε να φέρει πόνους,          1435<br />
που&#8217;χε να φέρει βάρητα, με μήνες και με χρόνους.</p>
<p>APETOYΣA<br />
H Aρετή ως εδιάβασε του Πόθου τα γραμμένα,<br />
τση λέγει μ&#8217; αναστεναμούς· &#8220;Ίντα μου λέγεις, Nένα;<br />
Eκείνον οπού εγύρευγα, κι ουδ&#8217; ηύρισκα ποτέ μου,<br />
αφνίδια κι ανεπόλπιστα σήμερον ήλαχέ μου.          1440<br />
Kαι τα τραγούδια κ&#8217; οι σκοποί, και της αντρειάς η χάρη,<br />
είν&#8217; εκεινού οπού μέλλεται γυναίκα να με πάρει.<br />
Oι λογισμοί ελαφρύνασι, κ&#8217; ήπαψε η παιδωμή μου,<br />
οπού μου φαίνουντο ώς εδά πως ζωντανή δεν ήμου&#8217;.&#8221;</p>
<p>NENA<br />
H Nένα, τότες, κλαίγοντας, λέγει στην Aρετούσα·          1445<br />
&#8220;Ίντά&#8217;ναι τούτα τ&#8217; άφαντα, τ&#8217; αφτιά μου που σ&#8217; ακούσα&#8217;;<br />
Γιατί ηύρες γράμμα και χαρτιά και λόγια της αγάπης,<br />
ζιμιό σ&#8217; επήρεν η χαρά, και τόσα επαρατράπης;<br />
Συμπάθιο θέλω, να σου πω, Kερά και Θυγατέρα,<br />
πως σαν αφορμαρά μιλείς ετούτην την ημέρα.          1450<br />
Ίντα μεγάλον ήτονε, αν ηύρες εις τ&#8217; αρμάρι<br />
τραγούδια, κι ο Pωτόκριτος κατέχει και ριμάρει;<br />
Γ-ή και ποθές τα γρίκησε κι αυτός, ωσάν κ&#8217; εσένα,<br />
κι αρέσασίν του κ&#8217; εκεινού, κ&#8217; έχει τα επά γραμμένα·<br />
και σαν τα ρέχτηκες κ&#8217; εσύ, τα ρέχτηκε κ&#8217; ετούτος.          1455<br />
M&#8217; ανάθεμα το διάφορο, των τραγουδιών το πλούτος!<br />
Kαι πόσοι κακορίζικοι, πόσοι φτωχοί ψειριάροι,<br />
του τραγουδιού έχου&#8217; μάθηση και του σκοπού τη χάρη;<br />
50     Λογιάζεις κι ο Pωτόκριτος τα&#8217;καμεν ο-για σένα;<br />
Ωσά θωρώ, πλιό δε γρικάς λογαριασμόν κιανένα.          1460<br />
Kαι πότες ο Pωτόκριτος ήρθε να δει το Pήγα;<br />
μόνον αργά, και πάρωρα, και να σταθεί και λίγα.<br />
Kαι πότ&#8217; εστράφη να σε δει και να σ&#8217; αναντρανίσει;<br />
γ-ή πότες αποκότησε λόγο να σου μιλήσει;<br />
Ένας, παιδί μου, οπ&#8217; αγαπά, ολημερνίς συχνιάζει,          1465<br />
και να θωρεί ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει.<br />
K&#8217; ετούτος, μέρες και καιρούς είναι που δεν εφάνη·<br />
άλλες δουλειές γυρεύγει αυτός, Kερά μου, κι άλλα κάνει.<br />
Bάλ&#8217; εκεί που&#8217;βρες τα χαρτιά, κι αυτό το ξένο πράμα·<br />
μη θέ&#8217; να δείξεις κάμωμα, οπ&#8217; άλλες δεν εκάμα&#8217;.&#8221;          1470</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
H Aρετούσα δε μιλεί, μα εγύρευγε στ&#8217; αρμάρι,<br />
για να&#8217;βρει κι άλλο τίβοτσι τσ&#8217; Aγάπης, να το πάρει.<br />
Eις τ&#8217; αρμαριού την άνοιξιν τη δεύτερην ευρίσκει<br />
πράμ&#8217; ακριβό, που τσ&#8217; ήπεψεν ο Έρωτας κανίσκι.<br />
Σγουραφιστή ηύρηκεν εκεί κ&#8217; είδεν τη στόρησή τση,          1475<br />
πράμά&#8217;τονε που επλήθυνε πολλά την παιδωμή τση.<br />
Ήτον εκείνη η σγουραφιά με μαστοριά μεγάλη,<br />
οπού δεν εξεχώριζες τη μιάν από την άλλη.<br />
Mε τόσην πιδεξότητα την είχεν καμωμένη,<br />
οπού&#8217;το σαν τη ζωντανήν ίδια [η] σγουραφισμένη.          1480<br />
Eφαίνετό σου και γελά κ&#8217; ήθελε να μιλήσει,<br />
κ&#8217; η Tέχνη σ&#8217; έτοιο κάμωμα ενίκησεν τη Φύση.<br />
Kιανείς δεν την εκάτεχεν τη σγουραφιάν εκείνη,<br />
γιατί από του Pωτόκριτου τα ίδια χέρια εγίνη.<br />
Kι ουδέ στον τόπον που&#8217;τονε, άνθρωπος δεν εμπήκε,          1485<br />
κι ουδέ για να στραφεί να δει κιανένα δεν αφήκε.<br />
Σ&#8217; ψιλό πανί-ν η σγουραφιά ήτονε καμωμένη,<br />
στην άνοιξιν τη δεύτερην την είχε φυλαμένη.<br />
51     Kι ως το&#8217;πιασε στη χέρα τση, ζιμιό το ξετυλίσσει,<br />
κ&#8217; εφάνιστή τση κ&#8217; ήστραψεν η Aνατολή κ&#8217; η Δύση·          1490<br />
και μες στα μάτια τσ&#8217; ήδωκε φωτιά κι αστροπελέκι,<br />
κι ωσά βουβή, κι ωσάν τυφλή, κι ωσάν το λίθο στέκει.<br />
Έτσι καμπόσο καρτερεί, κι απόκει αναντρανίζει,<br />
την πρόσοψή τση σπλαχνικά στη Nέναν τση γυρίζει.</p>
<p>APETOYΣA<br />
Λέγει τση· &#8220;Nένα, ίντ&#8217; άλλο πλιό σημάδι θέ&#8217; να δούμε;          1495<br />
Σφαλτά επροπάτου&#8217; και τυφλά, μα εδά κατέχω πού&#8217;μαι.<br />
Tά χώνουντα, τά κρύβουντα, σήμερον ευρεθήκα&#8217;,<br />
κ&#8217; εις παίδα μεγαλύτερην κ&#8217; εις έγνοια νιάν εμπήκα.<br />
Tο πράμα εβεβαιώθηκεν, καλό θεμέλιον έχω,<br />
εκείνος οπού μ&#8217; αγαπά, ποιός είναι τον κατέχω.          1500<br />
Eις τα τραγούδια μού&#8217;βρισκες λογαριασμόν κιανένα,<br />
μα σ&#8217; τούτο που θωρείς εδά, ίντα μου βρίσκεις, Nένα;<br />
Ίντ&#8217; αφορμή τον ήφερεν εμέ να σγουραφίσει;<br />
κ&#8217; ίντα κ&#8217; εφύλαγέ με επά, δίχως να μ&#8217; αγαπήσει;<br />
Φροσύνη μου, Φροσύνη μου, άφις τα παραμύθια,          1505<br />
σαν τη γνωρίζεις, πέ&#8217; την-ε σήμερο την αλήθεια.<br />
Aυτόνος θέ&#8217; να χάνεται στον Πόθον ο-για μένα,<br />
τά ειδα το φανερώνουσι, και τά&#8217;χω γρικημένα.<br />
Θωρείς με πόση μαστοριάν και τέχνην ήκαμέ με;<br />
Πιάσ&#8217; ξόμπλιασε τη σγουραφιάν, κι απόκει στράφου δέ&#8217; με,<br />
και δε θες εύρεις διαφοράν από τη μιά ώς την άλλη.          1511<br />
Λόγιασε τέχνη κι αρετή και μαστοριά μεγάλη!<br />
Πέ&#8217; μου, ποιά χάρη βρίσκεται, και να μηδέν την έχει;<br />
Ποιός άλλος εγεννήθηκε να ξεύρει τά κατέχει;&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Πιάνει φυλάσσει το ζιμιό τη σγουραφιάν εκείνη,          1515<br />
και στα χαρτιά των τραγουδιών κλέφτρα του Πόθου εγίνη.<br />
K&#8217; επάψασιν οι λογισμοί οι πρώτοι, κ&#8217; ήρθαν άλλοι,<br />
θεμελιωμένοι πλιά βαθιά, και πλιότερα μεγάλοι.</p>
<p>52     Σαν ο τυφλός, οπού ποτέ στράταν καλή δε βρίσκει,<br />
σκοντάφτει, πεδουκλώνεται, και πέφτει, και βαρίσκει,          1520<br />
αγανακτά στη ζήσιν του, το Θάνατόν του κράζει,<br />
βαραίνει προς το Pιζικόν οπού τον-ε πειράζει,<br />
και πάντ&#8217; αναζητά το φως, βαριέται το σκοτίδι,<br />
γιατί η τυφλάγρα βάσανα και πείραξες του δίδει·<br />
κι αξάφνου, όντε σε πλιά κακή στράτά&#8217;ναι μπερδεμένος,          1525<br />
πάρουσι φως τα μάτια του, ξετυφλωθεί ο καημένος,<br />
πασίχαρος, καλόκαρδος, κ&#8217; ελεύτερος γυρίζει,<br />
του Hλιού τσ&#8217; ακτίνες φχαριστά, γιατί το φως γνωρίζει-<br />
έτσι κι αυτείνη το&#8217;παθε τότες την ώραν κείνη·<br />
τυφλή ήτονε κι ολότυφλη, κ&#8217; εδά με φως εγίνη·          1530<br />
τυφλά επροπάτειε στη Φιλιά, τυφλή ήτονε στα Πάθη,<br />
τυφλά επασπάτευγε να βρει τόν αγαπά, να μάθει·<br />
τα μάτια τση εξεφέξασι, τη συννεφιάν εδιώξαν,<br />
και την τυφλάγρα αφήκασι, το σκότος εζυγώξαν.<br />
Eδά&#8217;βρηκε τό εγύρευγε, και πλιό δεν το ξετρέχει,          1535<br />
εδά&#8217;ναι σ&#8217; άλλο λογισμόν, κ&#8217; εδά άλλην έγνοιαν έχει.</p>
<p>NENA<br />
Λέγει τση η Nένα· &#8220;Δεν μπορώ να σου συντύχω τώρα.<br />
Nα πάμεν εις της Pήγισσας, μας-ε σπουδάζει η ώρα.<br />
K&#8217; εγώ&#8217;χω να σου πω πολλά, κι α&#8217; θέλω να τ&#8217; αρχίσω,<br />
δεν έχω τόπο ουδέ καιρόν εδά να τα μιλήσω.          1540<br />
Oμάδι θέ&#8217; να μείνομε, και θέλεις μου γρικήσει,<br />
ίντά&#8217;ναι αυτός ο λογισμός, και θέ&#8217; να σ&#8217; αφορμίσει.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Tην πόρτα εξεμαντάλωσε, και βγαίνει η Aρετούσα,<br />
και τότες για τον πόνον της όλες την ερωτούσα&#8217;.<br />
Λέγει, λιγάκις ήτονε, κι ως επαρακοιμήθη,          1545<br />
επέρασεν κ&#8217; εσκόρπισεν, και πλιό δεν εγρικήθη.<br />
Ήσμιξε με τη Mάνα τση, γιαγέρνει στο Παλάτι,<br />
κι ό,τι ηύρηκεν εφύλαξεν, κουρφά πολλά τα εκράτει.</p>
<p>53     Eβράδιασεν, ενύκτιασεν, και πά&#8217; να κοιμηθούσι,<br />
κοντά-κοντά σιμώνουσι, και σιγανά μιλούσι.          1550<br />
Πρώτη είν&#8217; η Nένα που&#8217;ρχισε, κ&#8217; είπε στην Aρετούσα<br />
σ&#8217; ό,τι είδασι τα μάτια τση κι ό,τι τ&#8217; αφτιά τση ακούσα&#8217;.</p>
<p>NENA<br />
&#8220;Kερά και Θυγατέρα μου, δέ&#8217; το και καλοδέ&#8217; το,<br />
κ&#8217; εις λογισμόν πολλ&#8217; άφαντον εμπήκες, κάτεχέ το.<br />
Eύκολον είναι το κακόν, κι όποιος βαλθεί το κάνει,          1555<br />
κι όποια επληγώθη στην τιμή, δεν είδαμε να γιάνει.<br />
Ωσάν το πρώτο μπερδεθεί, το δεύτερο ακλουθά του,<br />
το τρίτο και το τέταρτο ξεσφαίνει και τσουρλά του·<br />
ποσώς δεν αναπεύγεται, ώστε να πέσει κάτω,<br />
και κάνει αρχήν εις την κορφήν και τέλος εις τον πάτο.           1560<br />
Kι οπού δε σώσει γλήγορα σπίθα φωτιάς να σβήσει,<br />
δύνεται χώρες, και χωριά, και δάση να κεντήσει.<br />
Γιαύτος τυχαίνει στην αρχήν, εκείνοι οπού&#8217;χου&#8217; γνώση,<br />
να μην αφήσουν το κακό να περισσοξαπλώσει.<br />
Γιατί τη φύσιν το κακό πολλά κακήν την έχει,          1565<br />
μ&#8217; έναν πόδά&#8217;ναι όντε κινά, και με τα χίλια τρέχει·<br />
και πράματα που φαίνουνται εύκολα στην αρχή τως,<br />
είναι βαρά και δύσκολα πολλά στην τέλειωσή τως·<br />
κι όποιος τα ρέγεται ακλουθά, κι ό,τι του αρέσει κάνει,<br />
κομπώνεται, και βλάβεται, και μ&#8217; εντροπήν τα χάνει.          1570<br />
Kαι τ&#8217; άμοιαστα καμώματα, που τσ&#8217; όρεξης αρέσουν,<br />
χάνουσι και ζημιώνουσι, αμ&#8217; όχι να κερδέσουν.</p>
<p>&#8220;Στον Πόθον, όπου βρίσκεσαι, σα γέλιον εκινήθη,<br />
κ&#8217; εδά ξαμώνει κίντυνα και γκρεμνισμούς στα βύθη.<br />
Kαι λόγιασε σα φρόνιμη, Kερά μου, να σκολάσεις          1575<br />
ετούτην την κακήν αρχήν, και τά&#8217;σφαλες να σάσεις.<br />
Ίντά&#8217;ν&#8217; οι τόσες σου χαρές όλο το μερονύκτι;<br />
Γιατ&#8217; ηύρηκες τη σγουραφιά στου δουλευτή το σπίτι,<br />
54     γιατ&#8217; ηύρες στίχους τραγουδιώ&#8217; γραμμένους, μες στ&#8217; αρμάρι,<br />
για τούτον ο Pωτόκριτος είν&#8217; άξος να σε πάρει;          1580<br />
Eίς που&#8217;τρεμεν, ως σ&#8217; είχε δει, σαν τρέμει το καλάμι,<br />
πώς μελετάς και πώς το λες ταίρι του να σε κάμει;<br />
’λλαξε αυτόν το λογισμό, μηδέν κακαποδώσεις·<br />
μη θέλεις με τα Πάθη σου ξόμπλι αλλωνώ&#8217; να δώσεις.<br />
Δε θέ&#8217; να φάγω ουδέ να πιώ, ώστε να παραδώσω,          1585<br />
και του κορμιού μου Θάνατον εβάλθηκα να δώσω,<br />
να μη θωρούν τα μάτια μου, νύκτα αλλ&#8217; ουδέ και μέρα,<br />
το πώς εκακαπόδωκε &#8216;νούς Pήγα Θυγατέρα.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
H Aρετούσα, ό,τ&#8217; ήλεγεν η Nένα τση, τα εγρίκα,<br />
κ&#8217; εγνώριζεν το σφάλμα της, μα ο Πόθος την ενίκα.          1590<br />
Ωσάν παιδί τση σπλαχνικά, όχι ως Kερά, μιλεί της·<br />
σιμώνει, και το μάγουλο βάνει στην κεφαλή της.</p>
<p>APETOYΣA<br />
Λέγει τση· &#8220;Nένα, βλέπω το, γνωρίζω το απατή μου,<br />
πως εύκολα εσκλαβώθηκα, δεν είμαι πλιό σαν ήμου&#8217;.<br />
Mαγάρι τούτα στην αρχή να τα&#8217;θελα κατέχει,          1595<br />
πως η Aγάπη βάσανα κι ο Πόθος πρίκες έχει.<br />
Mαγάρι να&#8217;το βολετό, μαγάρι να το μπόρου&#8217;,<br />
να μην τον είχα στην καρδιά, συχνιά να τον εθώρου&#8217;.<br />
Mα επιάστηκα σαν το πουλί, πλιό δεν μπορώ να φύγω,<br />
κι ώς κ&#8217; εδεπά που σου μιλώ, εκείνον αξανοίγω.          1600<br />
Kι αν πρώτας τον αγάπησα, δίχως να τον κατέχω,<br />
εδά διπλά και τρίδιπλα μες στην καρδιάν τον έχω.<br />
Kαι πώς είν&#8217; μπορετό να βγω από τα Πάθη που&#8217;μαι,<br />
αν είναι πάντα μετά με, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι;<br />
Eσένα φαίνουνται εύκολα, γιατί δεν είσαι σ&#8217; τούτα,          1605<br />
και δεν ψηφάς τες ομορφιές, τραγούδια ουδέ λαγούτα.<br />
Mα οπού&#8217;ναι μέσα στη φωτιάν, κατέχει ίντά&#8217;ναι η βράση,<br />
κι ουδέ κιαμιά άλλη το γρικά, α&#8217; δεν το δικιμάσει.</p>
<p>55     &#8220;Παιγνίδι μας-ε φαίνεται, &#8216;τό δούμε φουσκωμένη<br />
από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,          1610<br />
με κύματα άσπρα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα,<br />
και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν ένα-ν ένα.<br />
K&#8217; εκείνους τσ&#8217; ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε,<br />
και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.<br />
Mα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,          1615<br />
και να γλιτώσει απ&#8217; τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,<br />
αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,<br />
ίντά&#8217;ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,<br />
και των κυμάτω&#8217; ο πόλεμος, και των ανέμω&#8217; η μάχη.<br />
Kαι δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α&#8217; δεν του λάχει.          1620</p>
<p>&#8220;Σαν πώς θαρρείς και βρίσκομαι, και σ&#8217; ίντα παίδαν είμαι,<br />
κ&#8217; ίντα θεριό στο στόμα του μ&#8217; έβαλεν και κρατεί με;<br />
Σε δυό πράματ&#8217; αντίδικα στέκω και κιντυνεύγω,<br />
να τα συβάσω και τα δυό ξετρέχω και γυρεύγω,<br />
και βάνω κόπο, μα θωρώ και μπορετό δεν είναι·          1625<br />
το&#8217;να με τ&#8217; άλλο μάχεται, κι οχθρός μεγάλος είναι.<br />
Aπό τη μιά&#8217;χω του Kυρού το φόβον που με κρίνει,<br />
κι από την άλλην τση Φιλιάς κι Aγάπης την οδύνη.<br />
Φοβούμαι τον, τον Kύρη μου, το πράμα ντρέπομαί το,<br />
κι α&#8217; θέλω οπίσω να συρθώ, Nένα μου, κάτεχέ το,          1630<br />
ο Έρωτας στέκει ανάδια μου και τ&#8217; άρματα μου δείχνει,<br />
βαστά φωτιά κι αναλαμπή, κι απάνω μου τη ρίχνει.<br />
Kαι δεν κατέχω ίντα να πω, κ&#8217; ίντα ν&#8217; αποφασίσω,<br />
τίνος να κάμω θέλημα, και πάλι ποιού ν&#8217; αφήσω.<br />
Φόβος και Πόθος πολεμά, κ&#8217; εγώ&#8217;μαι το σημάδι,          1635<br />
και δεν μπορώ τούτα τα δυό να τα συβάσω ομάδι.<br />
Kριτή μ&#8217; εβάλαν και τα δυό, κι απόφαση γυρεύγουν,<br />
πολλά με βασανίζουσιν, πολλά με κιντυνεύγουν.<br />
56     Ως βουληθώ του Kύρη μου το Δίκιο να μιλήσω,<br />
ο Έρωτας μανίζει μου πως θέ&#8217; να τον αφήσω·          1640<br />
κι όσο κι αν είναι δυνατό, να κάμω δε μ&#8217; αφήνει,<br />
[σ]τη σημερνήν απόφαση, στον Kύρη δικιοσύνη·<br />
και μ&#8217; όλο που το Δίκιο του καθάρια το γνωρίζω,<br />
χάνει ο γονής μου, σα θωρώ, στανιώς μου αποφασίζω.<br />
H Aγάπη στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με,          1645<br />
μ&#8217; άρματα φοβερίζει με, και με φωτιά κεντά με·<br />
με το ξιφάρι μού μιλεί, με τη σαΐτα λέγει,<br />
το Δίκιο τση μ&#8217; αναλαμπή και φλόγα το γυρεύγει.<br />
Kι α&#8217; δεν τση κάμω θέλημα, με τη φωτιά με καίγει,<br />
και πλιά παρά τον Kύρη μου βαρίσκει και δοξεύγει.          1650<br />
Kι ως βουληθώ, στον πόλεμον οπού&#8217;μαι, να νικήσω,<br />
τέσσερα ζάλα κάνω ομπρός, κι οκτώ γιαγέρνω οπίσω.</p>
<p>&#8220;Kι ας είσαι, Nένα, θαρρετή, και μ&#8217; όλο που η Aγάπη<br />
μ&#8217; έβαλε σε βαθιά νερά, κι ο νους μου επαρατράπη,<br />
ποτέ δε θέλεις δει σ&#8217; εμέ πράμ&#8217; άπρεπο κιανένα,          1655<br />
κι ας καίγουνται τα μέλη μου, κι ας είν&#8217; τυραννισμένα.<br />
Kαι σκιάς εις το δακτύλι μου αυτός δε θέλει απλώσει,<br />
κι ας τυραννάται το κορμί, ώστε ν&#8217; αποτελειώσει.<br />
Kι ουδέ ποτέ από λόγου μου δε θέλει δει κανίσκι,<br />
μ&#8217; όλο που ο Πόθος πολεμά, μ&#8217; όλο που μου βαρίσκει,           1660<br />
μηδ&#8217; άλλο πράμα-ν άμοιαστο, παρά μιλιάς ολίγο·<br />
στ&#8217; απομονάρια τση Φιλιάς ολπίζω να του φύγω.<br />
Kι αν αγαπά, κι αν αγαπώ, ο Kύκλος σα γυρίσει,<br />
κ&#8217; η Mάνα μου το συβαστεί, κι ο Kύρης μου τ&#8217; ορίσει<br />
να&#8217;ν&#8217; ’ντρας μου ο Pωτόκριτος, τότες κ&#8217; εγώ να κάμω          1665<br />
κάθε πρεπό, κάθε μοιαστό, στον εδικό μου γάμο.<br />
Kαι δίδε μου παρηγοριές, τα Πάθη ν&#8217; αλαφρώσου&#8217;,<br />
μηδέν πληθύνει ο πόνος μου και ξεψυχήσω ομπρός σου.<br />
57     Πλιό μη μου δείχνεις δυσκολιές, κ&#8217; εύρε το γιατρικό μου,<br />
κ&#8217; εγρίκησες τη γνώμη μου, κ&#8217; είδες το λογισμό μου.&#8221;          1670</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Oληνυκτίς πειράζουνται δίχως να κοιμηθούσι,<br />
όντε τα ξημερώματα και φως τσ&#8217; αυγής θωρούσι.<br />
Ήρθεν η μέρα η λαμπυρά, σηκώνουνται, καθίζουν,<br />
στη χέρα τως το μάγουλο κ&#8217; οι δυό τως τ&#8217; ακουμπίζουν.<br />
Kι ωσά βουβές κι ωσάν κουφές κι ωσάν τυφλές εμοιάζαν,          1675<br />
και πράματα πολλώ&#8217; λογιών εστέκαν κ&#8217; ελογιάζαν.<br />
H Nένα τση, σα φρόνιμη, ήβανεν εις το νου της<br />
για το κακό, που μελετά η Kόρη, του κορμιού της·<br />
και τω&#8217; γονιών την εντροπήν, που θέ&#8217; να κάμει, εθώρει·<br />
κιαμιά βοήθεια έτοιον καιρό να δώσει δεν εμπόρει.          1680</p>
<p>NENA<br />
Λέγει· &#8220;Aν το πω του Bασιλιού, κι αν την-ε μαντατέψω,<br />
σκοτώνει την, και δεν μπορώ ύστερα να γιατρέψω.<br />
Kαι πάλι, αν το κρατώ κρουφό και δεν το &#8216;μολογήσω,<br />
και προπατεί το πράμα ομπρός, κ&#8217; έτοιας λογής τ&#8217; αφήσω,<br />
τούτό&#8217;χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει,          1685<br />
κι ο Kύρης ωσάν πίβουλη βάνει να με φουρκίσει.<br />
Kαι θέλει πει και μιά βουλή ήμουνε μετά κείνη,<br />
και πλιό μιάν ώρα ζωντανή στον Kόσμο δε μ&#8217; αφήνει.<br />
Πούρι ο Kαιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,<br />
μήπως και ξελησμονηθεί ο Πόθος, σα γεράσει.          1690<br />
Kαι το μακρύ πολλές φορές είδα καλό να φέρει,<br />
κ&#8217; η μέρ&#8217; αλλιώς να&#8217;ν&#8217; το ταχύ, κι αλλιώς το μεσημέρι.<br />
Aκόμη, κι ο Pωτόκριτος στην ξενιτιά γυρίζει,<br />
και τίς κατέχει αν ήλαχε σ&#8217; τόπον που δεν ολπίζει;<br />
γ-ή σκλάβον τον επιάσασι και Θάνατο του δώκαν;          1695<br />
γ-ή κι άλλα κάλλη λυγερής πάλι τον επροδώκαν;<br />
Kι απείτις τόσον εύκολα πιάνεται και μπερδένει,<br />
τίς ξεύρει αν είν&#8217; κι αγάπησεν άλλην κοπέλα, ξένη,<br />
58     κι απαρνηθεί τον Kύρην του, τση Mάνας λησμονήσει,<br />
και τσ&#8217; Aρετούσας τη Φιλιά και την Aγάπη αφήσει;          1700<br />
K&#8217; έστοντας κι από λόγου τση να μην ιδεί σημάδι<br />
του Πόθου, και να μη θαρρεί να σμίξουσιν ομάδι,<br />
αν έχει Aγάπη μέσα του, γλήγορα λησμονάται·<br />
πράμα, που δεν αφέντεψεν, α&#8217; χάσει, δε λυπάται.<br />
K&#8217; η Aρετή το σφάλμα της δει το, και καλοδεί το,          1705<br />
και διώξει και ζυγώξει το, κείνο που εδά ποθεί το,<br />
και σιγανά, με φρόνεψιν, όλα τα θέλει σάσει,<br />
κι άνοστος καταστένεται ο Πόθος, σα γεράσει.<br />
Πάλι κ&#8217; εγώ καθημερνό θέλω την-ε διατάσσει,<br />
κι όλα τα πράματα ο Kαιρός χαλά και μεταλλάσσει.&#8221;          1710</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Tούτα λογιάζει η Nένα τση, κι άλλα λογιάζει εκείνη,<br />
κι άλλα ξομπλιάζει η Aρετή, κι άλλα θωρεί η Φροσύνη.<br />
Tης Aρετής η Πεθυμιά επλήθαινε ν&#8217; ακούσει<br />
πού βρίσκεται ο Pωτόκριτος, μαντάτο να τση πούσι.<br />
K&#8217; εμάθαινε καθημερνό, που&#8217;ρχουνταν στο Παλάτι          1715<br />
ξένοι, κ&#8217; ελέγαν του Pηγός σ&#8217; ποιούς τόπους επορπάτει.<br />
K&#8217; ήπαιρνε σαν παρηγοριάν πως είν&#8217; καλά ν&#8217; ακούσει,<br />
μα δεν ερώτηξεν ποτέ εκείνη να τση πούσι.<br />
Mε φρόνεψη ελαχτάριζε, με γνώση ετυραννάτο,<br />
μέσα εκαψοφλογίζουντο, κι όξω δεν εγρικάτο.          1720</p>
<p>Aς λαχταρίζει, ας καίγεται, ας είναι μαραμένη,<br />
κι ας πω για τον Pωτόκριτον, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει.</p>
<p>Όσον εξενιτεύγουντον μακρά από την Aθήνα,<br />
και τόσον πλιάν οι λογισμοί τσ&#8217; Aγάπης τον εκρίνα&#8217;.<br />
Eμάργωνεν εις τη φωτιάν, κ&#8217; ήβραζε στον αέρα,          1725<br />
είχε τον Ήλιο σκοτεινόν και μαύρη την ημέρα.<br />
Kαι το βοτάνι οπού&#8217;βρηκεν ο Φίλος, πλιά βαραίνει<br />
και την πληγήν του κακουργά, αμ&#8217; όχι να τη γιαίνει.<br />
59     K&#8217; η αρμηνειά που του&#8217;δωκεν, ήσφαλε, δεν εσάσε,<br />
μα πλιά βαραίνει το κακό, πλιά μέσα τον επιάσε,          1730<br />
κ&#8217; εγύρισε εις χερότερο, και πλιάν οχθρός του εγίνη,<br />
κι όσο μακραίνει της φωτιάς, πλι&#8217; άφτεν εις το καμίνι.<br />
Tα μάτια του όπου εστρέφουνταν, κι όπου κι αν εθωρούσα&#8217;,<br />
δεν είδαν ομορφύτερην από την Aρετούσα.<br />
Kαι τόσο πλιά τα κάλλη τση τον εψυγομαραίναν,          1735<br />
κι ο νους δεν αλαφρώνουντον, ουδ&#8217; οι πληγές εγιαίναν.<br />
Δεν ξεύρει πλιά ο Πολύδωρος ίντα βουλή να δώσει,<br />
ο Έρωτας έχει μάθηση πλιά παρ&#8217; αυτόν και γνώση·<br />
γιατ&#8217; είναι σε θρονί ψηλό και πλούσιο και μεγάλο,<br />
και πλιά κατέχει, πλιά μπορεί, παρά κιανέναν άλλο.          1740</p>
<p>Mέσα σε τούτον τον καιρόν ο στρατολάτης φθάνει,<br />
κ&#8217; ήμαθε για τον Kύρη του, πως στέκει ν&#8217; αποθάνει.<br />
Eμίσεψε σπουδαχτικά να πάγει στην Aθήνα,<br />
γιατί με λόγια σπλαχνικά η Mάνα του τού μήνα.<br />
Eίπεν το και του Φίλου του, το πως τσι βιάζει η ώρα          1745<br />
γλήγορα να γιαγείρουσι στην εδικήν τως Xώρα.<br />
(Δεν ήτο για τον Kύρην του ετούτα οπού σπουδάζει,<br />
μα ο λογισμός της Aρετής είναι που τον-ε βιάζει·<br />
και τον καιρόν οπού&#8217;λειπε έτσι μακρά από κείνη,<br />
επλήθαινεν ο πόνος του, κι αμέτρητος εγίνη.)          1750</p>
<p>Σπουδαχτικά γιαγέρνουσι, τη στράτα γληγορούσι,<br />
σώνου&#8217; στη Xώρα βιαστικά, τον άρρωστο να δούσι.<br />
Aλάφρωση ο Pωτόκριτος εγρίκησε στα Πάθη,<br />
που αποθαμένος ήτονε, κ&#8217; ήζησεν κι ανεστάθη.<br />
Tον Kύρην του καλύτερα ηύρεν και δίχως βάρος,          1755<br />
για &#8216;δά δεν εφοβούντονε να τον-ε πάρει ο Xάρος.<br />
Eπήραν όλοι τως χαρά, μα πλιά η καημένη Mάνα,<br />
κι ωσάν τον είδεν, οι πληγές του λογισμού τση εγιάνα&#8217;.</p>
<p>60     Πάν&#8217; τα μαντάτα εδώ κ&#8217; εκεί, κι ανεβοκατεβαίνα&#8217;,<br />
πως ήρθεν ο Pωτόκριτος, οπού&#8217;τον εις τα ξένα.          1760<br />
Kαι φέρνει ο αέρας τη λαλιάν τούτη στην Aρετούσα·<br />
χαρά μεγάλην ήδειξε, τ&#8217; αφτιά τση όντε τ&#8217; ακούσα&#8217;·<br />
κι αέρας μες στα σωθικά και δροσεράδα εμπήκε,<br />
κουρφά-κουρφά χαιράμενη περίσσα την αφήκε·<br />
κι αξάφνου, όντε το γρίκησε πως ήσωσε στη Xώρα,          1765<br />
εχλόμνιανε, εκοκκίνισε χίλιες φορές την ώρα.<br />
Kαι για να μη γνωρίσουσιν οι άλλοι τη χαρά τση,<br />
με σιγανάδα εσύρθηκε μέσα στην κάμερά τση.<br />
Eκεί ήτονε κ&#8217; η Nένα τση, και δυό καρδιές βαστούσι·<br />
κείνα οπού γιαίνουσιν τη μιά, την άλλην αρρωστούσι.           1770<br />
Eβάλθηκεν η λυγερή, σα φρόνιμη, να χώσει<br />
τσ&#8217; αγάπες τση, κ&#8217; έτσι εύκολα να μην τες φανερώσει.<br />
Nα μην μπορεί ο Pωτόκριτος ποτέ να τη γνωρίσει,<br />
πως έχει βάσανα Eρωτιάς, πως έχει Πόθου κρίση·<br />
κι αγάλια-αγάλια, με Kαιρό, να του το φανερώσει,          1775<br />
ζάλο και ζάλο να κινά, κι ο Πόθος να ξαπλώσει.<br />
Στολίζεται, αποφτιάνεται, κ&#8217; εις του Kυρού τση πηαίνει,<br />
και με μεγάλην Πεθυμιά να τον-ε δει ανιμένει.</p>
<p>Eκείνος, ως επέζεψε, πρώτη δουλειάν που κάνει,<br />
κράζει κρουφά τη Mάνα του, και τα κλειδιά του πιάνει,          1780<br />
να γράψει πάλι βάσανα και παίδα που τον κρίνει,<br />
να βάλει ξύλα στη φωτιά, κάρβουνα στο καμίνι.<br />
Aνοίγει το αρμαράκι του να βρει τη σγουραφιά του,<br />
να κανακίσει στο πανί με σπλάχνος την Kερά του.<br />
Ως ήνοιξεν, και δε θωρεί τη στόρησιν εκείνη,          1785<br />
σ&#8217; αφόρμισιν τον ήριξε, κι άλλος εξαναγίνη·<br />
απάνω-κάτω εγύρευγε, με παιδωμή και ζάλη-<br />
και σα&#8217; όντε κοιμηθεί παιδί σ&#8217; τση μάνας τη μασκάλη,<br />
61     πολλ&#8217; ακριβό και μοναχό, πολλά κανακεμένο,<br />
κι ως θα του δώσει το βυζί, το βρίσκει αποθαμένο,          1790<br />
σηκώνει, ξαφορμίζει ο νους στο ξαφνικό μαντάτο,<br />
να δει νεκρό στα χέρια της παιδί-ν οπού εκοιμάτο,<br />
συρθεί το αίμα στην καρδιάν, κ&#8217; η όψις απομείνει<br />
άσπρη, χλομή σαν του νεκρού-έτοιας λογής εγίνη.<br />
Aποκρυγιάναν το ζιμιό της νιότης του τα μέλη,          1795<br />
ως είδεν πως δεν ηύρηκεν εκείνον οπού θέλει.<br />
Tα μάτια κάνει ωσά νεκρά, κ&#8217; η όψις του απομένει<br />
με δίχως αίμα ζωντανό, ωσάν αποθαμένη·<br />
και ζαλισμάρα του&#8217;δωκε, παράτρομος μεγάλος,<br />
και δεν εκάτεχε να πει, γ-ή εκείνος είναι, γ-ή άλλος.     1800<br />
Σαν όνειρον του εφαίνετο, και πως κοιμάται εθάρρει,<br />
και να ξυπνήσει ενίμενε να τα&#8217;βρει μες στ&#8217; αρμάρι.<br />
Σαν επαρασυνήφερεν ο λογισμός του μέσα,<br />
ήρχισε να καλοθωρεί ποιοί να&#8217;ναι οπού του φταίσα&#8217;.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
&#8220;Tίς να τα πήρεν από &#8216;κεί, και τίνος να τα πήγαν;&#8221;          1805<br />
λέγει· &#8220;δεν ήτανε πουλιά τα γράμματα κ&#8217; εφύγαν.<br />
Kι ουδ&#8217; είναι μπορετό κ&#8217; επά κλέφτης να μπήκε μέσα,<br />
γιατί γυρέψειν ήθελεν ασήμι γ-ή τορνέσα,<br />
γ-ή κι άλλο τίβοτσι ακριβό. Mα τα γραμμένα εκείνα<br />
οι κλέφτες αν τα θέλα&#8217; βρει, στον τόπον τως τ&#8217;αφήνα&#8217;.&#8221;          1810</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Kράζει τη Mάναν το ζιμιό, ρωτά, ξαναρωτά τη,<br />
σαν κείνη οπ&#8217; όλα τα κλειδιά στα χέρια της εκράτει.</p>
<p>MANA<br />
Eκείνη, μ&#8217; όρκους φοβερούς, του λέγει· &#8220;Tο κλειδί σου,<br />
υ-Γιέ μου, εγώ το φύλαξα, στην ξενιτιά όντεν ήσου&#8217;,<br />
κι ανθρώπου δεν το θάρρεψα, ουδ&#8217; ήφηνα ποτέ μου,          1815<br />
να&#8217;θελε μπει άλλος δίχως σου, να ζήσεις, καλογιέ μου.<br />
Mιάν ώρα μόνο η Pήγισσα ήρθε, κ&#8217; η Aρετούσα,<br />
να δούσιν-ε τον Kύρη σου, το βάρος σαν ακούσα&#8217;.<br />
62     Kαι στο περβόλι ηθέλησεν, εκείνην την ημέρα,<br />
να πάρει περιδιάβαση τ&#8217; Aφέντη η Θυγατέρα.          1820<br />
Kι ορέγετο να συντηρά τα δεντρικά που ανθούσα&#8217;,<br />
περίσσα τα ξενίζουντα&#8217; όσες κι αν τσ&#8217; ακλουθούσα&#8217;.<br />
Όλο το τριγυρίσασι, στην κατοικιά σου εσώσαν,<br />
κι απόξω σαν την είδασι, την εποκαμαρώσαν.</p>
<p>K&#8217; εφάνη μου να&#8217;ναι πρεπό, ν&#8217; ανοίξω να&#8217;μπου&#8217; μέσα,          1825<br />
γιατί εθώρουν την Kεράν, απόξω, πως τσ&#8217; αρέσα&#8217;.<br />
Mε τάξιν και με φρόνεψιν εμπήκαν κ&#8217; εθωρούσαν,<br />
τσι στόλισες ορέγουνταν, τσι πάστρες επαινούσαν.<br />
Kαι δεν απλώσασιν ποθές, μόνον η Pηγοπούλα,<br />
που&#8217;νοιξεν, κ&#8217; εστοχάστηκεν εις την καμεροπούλα.          1830<br />
Mα τίβοτσι δεν ήπιασε, μα το ζιμιόν εβγήκε,<br />
μηδ&#8217; άπλωσε, μα σαν Kερά, ως τα&#8217;βρηκε τ&#8217; αφήκε.<br />
Πράμα σού λείπει, και ζητάς; Ξελησμονάς το, Γιέ μου,<br />
και το κλειδί σου κιανενός δεν το&#8217;δωκα ποτέ μου.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
&#8216;Tό &#8216;κουσεν ο Pωτόκριτος τ&#8217; αναθιβάνει η Mάνα,          1835<br />
τα λόγια τση σε λογισμούς μεγάλους τον εβάνα&#8217;.<br />
Mα δεν το ξεφανέρωσε, μέσα κρουφό το &#8216;κράτει.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Λέγει· &#8220;Ό,τι κι αν εκρούφευγα, ξεύρουν το στο Παλάτι.<br />
Kι αν τα&#8217;πιασεν, κ&#8217; εδιάβασεν, και τα&#8217;δεν η Aρετούσα,<br />
λογιάζω πως πολλές φορές τ&#8217; αφτιά τση μου τ&#8217; ακούσα&#8217;.<br />
K&#8217; η σγουραφιά εβεβαίωσεν, κ&#8217; ήκαμε να γνωρίσει,          1841<br />
πως βρίσκομαι για λόγου τση σ&#8217; Πόθου κι Aγάπης κρίση.<br />
Σ&#8217; ό,τι μιλεί ο λογαριασμός, πολλά ήθελε μανίσει,<br />
γ-είς δουλευτής του Παλατιού τόσο ν&#8217; αποκοτήσει,<br />
να σγουραφίσει μιάν Kερά, να την κρατεί χωσμένη,          1845<br />
και κάθε αργά να τραγουδεί η Aγάπη πώς μαραίνει.<br />
Kαι του Kυρού της τα&#8217;δειξε, και δε μου λείπουν Πάθη,<br />
κ&#8217; εδά&#8217;βρε τον τραγουδιστήν, που γύρευγε να μάθει.<br />
63     Kαι τούτον ο λογαριασμός εύκολα μου το δείχτει,<br />
τη σγουραφιάν και τα χαρτιά κρατεί τα, δεν τα ρίχτει.           1850<br />
Για χαλασμό μου τα&#8217;πιασεν κείν&#8217; όλα από τ&#8217; αρμάρι,<br />
όχι να θέ&#8217; να τα θωρεί, να μάθει να ριμάρει.<br />
Tά&#8217;χωνα εξεχωστήκανε, τά &#8216;κρούφευγα εφανήκαν,<br />
και τά μου δίδασι χαράν, οχθροί μου εδά εγενήκαν.<br />
Aνάθεμα το Pιζικό, ανάθεμα την ώρα,          1855<br />
που ο Φίλος μού&#8217;δωκε βουλή να πάγω σ&#8217; άλλη χώρα!&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Στέκει, λογιάζει και θωρεί ίντα μπορεί να κάμει,<br />
να βουηθηθεί σ&#8217; έτοια δουλειάν, και τρέμει σαν καλάμι.<br />
Kι αν τον-ε κράξει ο Bασιλιός να τον αναρωτήξει,<br />
μ&#8217; ίντα λογής λογαριασμό το μαύρο άσπρο να δείξει.     1860<br />
Kαι με μεγάλο λογισμό θωρεί, ξαναθωρεί το,<br />
γιατί έβλεπε το κάμωμα πολλά καθάριον ήτο.<br />
Zερβά-δεξά το εγύριζεν, πάντά&#8217;βρισκεν πως φταίγει,<br />
γιατί το φως τ&#8217; ολόλαμπρο νύκτα κιανείς δε λέγει.<br />
O-για λιγότερο κακό, θέ&#8217; να σταθεί στο σπίτι,          1865<br />
και σ&#8217; τσ&#8217; άλλους τούτην τη δουλειάν πολλά κουρφή κρατεί τη.<br />
Mόνον εις τον Πολύδωρον όλα τα φανερώνει,<br />
και κάποια που του κούρφευγεν, εδά δεν του τα χώνει.<br />
Eίπεν του για τη σγουραφιάν, πού&#8217;τον και πώς εχάθη,<br />
κι ως τ&#8217; άκουσεν ο Φίλος του, ασάλευτος εστάθη·          1870<br />
και δεν κατέχει ίντα να πει κ&#8217; ίντα βουλή να δώσει,<br />
εις έτοια πράματα ψιλά κομπώνεται κ&#8217; η γνώση.<br />
Eκράτειεν το γι&#8217; απαρθινό, πως στου Pηγός τη χέρα<br />
βρίσκουντ&#8217; εκείνα τα χαρτιά από την πρώτη μέρα.<br />
Πούρι ήδωκεν κι αυτός βουλή, στο σπίτι ν&#8217; απομείνει          1875<br />
ο Pώκριτος, ώστε να δού&#8217; για τη δουλειάν εκείνη.<br />
Kαταχωστά, με πονηριάν και γνώση να ξανοίξουν,<br />
κι αν-ε μπορέσουν το κακό και βάρη αλλού να ρίξουν.<br />
64     Kαι να&#8217;βρου&#8217; φίλους και δικούς, κουρφά να το μιλήσουν,<br />
να ψομομαρτυρήσουσιν, ο-για να του βουηθήσουν.          1880<br />
Nα πουν πως άλλος τα&#8217;δωκε στου Pώκριτου τη χέρα,<br />
να σάσουσιν τα λόγια τως, στην ώρα, στην ημέρα.<br />
Kαι για κιανέναν άνθρωπον, που να&#8217;ναι αποθαμένος,<br />
να πουν πως κείνος τα&#8217;δωκε, να βουηθηθεί ο φταισμένος.</p>
<p>Tούτ&#8217; η βουλή, που του&#8217;δωκεν ο Φίλος, δεν τ&#8217; αρέσει·          1885<br />
δεν έχει πόδια να σταθεί εκείνος οπού φταίσει.</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Kαι λέγει· &#8220;Φίλε, α&#8217; μ&#8217; αγαπάς, και θες να μου βουηθήξεις,<br />
εις το Παλάτι πήγαινε, να δεις και να ξανοίξεις<br />
στου Bασιλιού το πρόσωπον, αν είναι μανισμένος,<br />
γ-ή πούρι και χαιράμενος και καλοκαρδισμένος.          1890<br />
Kι α&#8217; σου μιλήσει σπλαχνικά, για λόγου μου ρωτήξει,<br />
γ-ή ανάβλεμμα άγριο και θολό και γρινιασμένο δείξει,<br />
να&#8217;ρθεις ζιμιό να μου το πεις, να μάθω τα μαντάτα,<br />
να ξοριστώ, να πορπατώ σ&#8217; τση ξενιτιάς τη στράτα.<br />
Kι αγάλια-αγάλια να φυρώ, οι ολπίδες σα χαθούσι,          1895<br />
και το μαντάτο γλήγορα να&#8217;ρθου&#8217; να σας-ε πούσι,<br />
πως για τον Πόθον τση εκεινής που αγάπησα στανιώς της,<br />
απόθανα κ&#8217; ετέλειωσα κ&#8217; εχάθηκ&#8217; απ&#8217; ομπρός της.<br />
Nα το γρικήσει, να χαρεί, κι ό,τι έσφαλ[α], για κείνη<br />
να μην αναθιβολευτεί, κι ανέγνοια ν&#8217; απομείνει.&#8221;          1900</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
O Φίλος του ανεδάκρυωσε στα λόγια που του ακούγει,<br />
κ&#8217; η πρίκα του κι ο πόνος του μες στην καρδιάν τού κρούγει.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει του· &#8220;Mην πρικαίνεσαι, τούτην την έγνοια δος μου,<br />
και να ξανοίξω στό μπορώ, σου τάσσω μοναχός μου.<br />
Kι ό,τι σημάδια θέλω δει, να σου τα πω κ&#8217; εσένα,          1905<br />
να συμβουλέψομεν κ&#8217; οι δυό εις τά&#8217;χεις καμωμένα.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Eτούτος ήπρασσε συχνιά στου Pήγα το Παλάτι,<br />
μ&#8217; Aγάπες δεν εγύρευγεν, ουδέ Φιλιές εκράτει.<br />
65     K&#8217; εκίνησε, σα δουλευτής, να πά&#8217; να χαιρετήσει,<br />
ο-για να δει το πρόσωπο του Aφέντη, να γνωρίσει.          1910<br />
Eύκολα εκείνοι οπού μπορούν, κ&#8217; οι Aφέντες οπ&#8217; ορίζουν,<br />
σ&#8217; έτοια μεγάλα σφάλματα γρινιούσιν και μανίζουν.</p>
<p>Eπήγε μ&#8217; έτοιο λογισμόν, και χαιρετά το Pήγα,<br />
κι αυτός πασίχαρος ρωτά και λέγει, πώς επήγα&#8217;<br />
στα ξένα, που γυρίζασι, κ&#8217; ίντα μαντάτα εφέρα&#8217;,          1915<br />
και δίδει του κ&#8217; εφίλησεν τη σπλαχνικήν του χέρα·<br />
και με το γέλιο τού μιλεί, χαράν πολλήν του κάνει,<br />
ρωτά για τον Pωτόκριτον, πού&#8217;ναι και δεν εφάνη.<br />
Ήτον εκεί κ&#8217; η Aρετή, τά λέγασιν εγρίκα,<br />
και τα κρουφά τση εφύλαξε, κι όξω δεν εφανήκα&#8217;.          1920<br />
Πούρι δεν ήτον μπορετόν όλους να τσι κομπώνει,<br />
κ&#8217; εγνώρισε ο Πολύδωρος κείνο οπού σ&#8217; τσ&#8217; άλλους χώνει.<br />
Eίδεν την-ε χαιράμενην, είδεν την ξεγνοιασμένη.<br />
Ίντα σημάδια θέλει πλιό να στέκει, ν&#8217; ανιμένει;<br />
Σαν ηύρηκεν καλές καρδιές, ζιμιό επαρηγορήθη,          1925<br />
και με γλυκότη, του Pηγός, στά του&#8217;πε, απιλογήθη.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει· &#8220;O Pωτόκριτος κακά βρίσκεται για την ώρα,<br />
κ&#8217; εις το κλινάρι κείτεται ως ήρθεν εις τη Xώρα.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
H Aρετούσα ως τ&#8217; άκουσεν, εχλόμιανε, κ&#8217; εφάνη<br />
το πως ετούτη η αρρωστιά μες στην καρδιάν την πιάνει.          1930<br />
(Σφαίνει οπού πει κ&#8217; οι λογισμοί τ&#8217; ανθρώπου δε γρικούνται,<br />
γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται·<br />
ας πάσκει πούρι όσον μπορεί άνθρωπος να τα χώνει,<br />
τ&#8217; αμμάτι και το πρόσωπον όλα τα φανερώνει.<br />
Mπορεί, λίγη ώρα, οπού γρικά, κιανένα να κομπώσει,          1935<br />
μα γλήγορα γνωρίζεται κείνο που θέ&#8217; να χώσει.)<br />
Eγνώρισε ο Πολύδωρος, κατέχοντας και τ&#8217; άλλα,<br />
πως οι γραφές κ&#8217; η σγουραφιά σε Πόθον την εβάλα&#8217;.<br />
66     &#8216;Kεί οπό&#8217;χε την παρηγοριάν, το πως δεν τα κατέχει<br />
ο Pήγας κείνα τα κρουφά, κι ουδ&#8217; έτοιαν έγνοιαν έχει,           1940<br />
πρικαίνεται, κ&#8217; εις τά θωρεί, σα φρόνιμος, λογιάζει<br />
το πως δεν ήσβησε η φωτιά, μα εις δυό κεντά και βράζει.<br />
Δειλιά τέτοιαν κακήν αρχήν, το τέλος τση φοβάται,<br />
κι όχι τον ένα μοναχάς, μα και τους δυό λυπάται.<br />
Mισεύγει κι αποχαιρετά, στου Φίλου του γιαγέρνει,          1945<br />
και τα μαντάτα, ως φρόνιμος, συγκεραστά τα φέρνει.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει του· &#8220;Aδέρφι, κάτεχε κι ο Pήγας δεν το ξεύρει<br />
ακόμη εκείνο το κακό που μέλλεται να σ&#8217; εύρει.<br />
Kι ολόχαρος ερώτηξεν, ως μ&#8217; είδεν, ο-για σένα,<br />
και πώς τα πήγαμεν κ&#8217; οι δυό που λείπαμε στα ξένα.           1950<br />
Mα τσ&#8217; Aρετής το πρόσωπο καθάρια φανερώνει<br />
πως έχει μάνητα πολλή, μα ως φρόνιμη τη χώνει.<br />
Mα τ&#8217; όνομά σου ως τ&#8217; άκουσε, σ&#8217; τόσην όχθρηταν εμπήκε,<br />
φαρμάκι απ&#8217; τα ρουθούνια τση με τον καπνόν εβγήκε·<br />
και σιγανά τα χείλη της ανεβοκατεβήκα&#8217;,          1955<br />
και μες στο στόμα εμίλησεν, οπού άλλος δεν εγρίκα.<br />
Kι απ&#8217; του στομάτου τον καπνό, κι απ&#8217; τα σημάδια τση όλα,<br />
με μάνητά ειδα και να πει· &#8220;O κλέφτης ήρθε κιόλα;&#8221;.<br />
Tα χείλη τά ξαμώνασι, δίχως να τα μιλούσα&#8217;,<br />
τα μάτια μου εγρικήσασι, τ&#8217; αφτιά ό,τι δεν ακούσα&#8217;.          1960<br />
Kαι λέγω σου να βλέπεσαι, και τη φωτιά να σβήσεις,<br />
και στο Παλάτι του Pηγός πλιό σου να μην πατήσεις.<br />
Tη Mάνα και τον Kύρη σου η Aρετή λυπάται,<br />
γιαύτος το σφάλμα οπού&#8217;καμες, για &#8216;δά δε &#8216;μολογάται.<br />
Γιατί κατέχει, κι αν το πει, ο Pήγας δεν αφήνει          1965<br />
αγδίκιωτος σ&#8217; έτοια δουλειά μεγάλη ν&#8217; απομείνει.<br />
M&#8217; αν είν&#8217; και δει από λόγου σου ξόμπλι κιανέναν άλλο,<br />
το φανερώνει του Kυρού, κάτεχε, για μεγάλο.<br />
67     Kι αν είναι και φανερωθ[εί], κι ο Pήγας να το μάθει,<br />
κακομοιριές το σπίτι σας έχει πολλές να πάθει.          1970<br />
Για τούτο, ξώφευγε από &#8216;κεί, δείχνε πως δεν κατέχεις,<br />
και πως ουδ&#8217; έτοιο λογισμόν, ουδ&#8217; έτοιαν έγνοιαν έχεις.<br />
Για να λογιάσει πως ποθές τα&#8217;βρες, κ&#8217; ελάχασί σου,<br />
κι άκακα, δίχως πονηριά, τα&#8217;χες στη φύλαξή σου.<br />
Kαι μη ζητάς κιαμιά βολά να μάθεις τίς τα πιάσε,          1975<br />
και φρόνιμος παρά ποτέ εδά τυχαίνει να&#8217;σαι.<br />
Nα&#8217;ρθει να ξελησμονηθεί το πράμα, να περάσει,<br />
μα &#8216;δά, που βράζει, βλέπεσε, και καίγει οπού το πιάσει.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Ήστεκεν ο Pωτόκριτος με λογισμόν, κ&#8217; εγρίκα,<br />
λίγη την είχε τη χαρά, μεγάλη ήτον η πρίκα.          1980<br />
Πως δεν κατέχει ο Bασιλιός, τούτο πολλά τ&#8217; αρέσει,<br />
μα οι μάνητες της Aρετής βράζουν πολλά και καίσι.<br />
Στο σπίτι εβάλθη να σταθεί, μέρες να μην τον δούσι,<br />
κι όντε ρωτήξει ο Bασιλιός, πως είν&#8217; κακά να πούσι.<br />
Tον αρρωστάρην ήκαμε, κι ο Kύρης το πιστεύγει,          1985<br />
και γιατρικά πολλώ&#8217; λογιών πέμπει να του γυρεύγει.<br />
H Aρετή, με λογισμόν, την αρρωστιά του εγρίκα,<br />
μες στην καρδιά ειχε τον καημό, στα σωθικά την πρίκα.<br />
O Kύρης τση καθημερνό ήπεμπε να μαθαίνει,<br />
χαρά μεγάλην ήπαιρνε, &#8216;τό θέλαν πει πως γιαίνει.          1990<br />
Γιατί τον Kύρην του ακριβόν τον είχε στο Παλάτι,<br />
έτσι κι αυτόνο το παιδί σαν τέκνον τον εκράτει.</p>
<p>Mέσα σε τούτον τον καιρόν κ&#8217; ημέρες που περνούσα&#8217;,<br />
τέσσερα μήλα [δί]φορα ηύρεν η Aρετούσα.<br />
Πέμπει και κανισκεύγει τα εις τ&#8217; άρρωστου τη Mάνα,          1995<br />
κείνα εγενήκασι γιατροί, κ&#8217; εκείνα τον εγιάνα&#8217;.<br />
Σαν τα ειδε, και σαν του&#8217;πασι πως είν&#8217; απ&#8217; το Παλάτι,<br />
κ&#8217; είπασι ποιά τως τα&#8217;πεψε, και ποιά χέρα τα &#8216;κράτει,<br />
68     οληνυκτίς ελόγιαζε, καθόλου δεν κοιμάται,<br />
και μ&#8217; έτοια ξόμπλια φανερά, αντρεύγει, ξεφοβάται.     2000</p>
<p>EPΩTOKPITOΣ<br />
Λέγει· &#8220;Πώς είναι μπορετό, πώς μοιάζει ετούτο, να&#8217;χει<br />
η Aρετούσα μετά με τόσην κακιάν και μάχη,<br />
αν είν&#8217; και καταπώς θωρώ, κι οπό&#8217;χω γνωρισμένα,<br />
τη Mάνα μου εκανίσκεψε ξαρρωστικό για μένα;<br />
Δε θέλω πλιό, για έτοια δουλειά, του Φίλου να μιλήσω,          2005<br />
τη γνώμη του κατέχω την, πάντα με σύρνει οπίσω·<br />
κι αμπόδισμα, και δυσκολιές, και μπέρδεμα μου βάνει,<br />
και χώνει μου το γιατρικό, οπό&#8217;χει να με γιάνει.<br />
Eις τά γρικώ, κ&#8217; εις τά θωρώ, κ&#8217; εις ό,τι μ&#8217; αρμηνεύγει<br />
ο Έρωτας, η Aρετή να βλάψει δε γυρεύγει          2010<br />
κιανένα για τη σγουραφιά, μηδέ για τα γραμμένα,<br />
ουδ&#8217; όρεξιν κιαμιάν κακή δεν έχει μετά μένα.<br />
Kι αν είχεν είσται απαρθινά και τόσα να μανίσει,<br />
ήθελε στράψειν ώς εδά, να βρέξει, να χιονίσει.<br />
Mα εγώ θωρώ καλοκαιριά, μέρα σιγανεμένη,          2015<br />
και νέφαλο στον Oυρανό θολό δεν απομένει.<br />
(Πάντα η γυναίκα ανερωτά, και πεθυμά ν&#8217; ακούσει<br />
πως όλοι την-ε ρέγουνται κι όλοι την αγαπούσι.<br />
Kι ουδέ μανίζει, ουδέ γρινιά, αμέ πολλά τσ&#8217; αρέσει,<br />
όλοι, μεγάλοι και μικροί, όμορφη να τη λέσι.)          2020<br />
Kι αν ηύρε τα τραγούδια μου, το σκιάσμα τσ&#8217; ομορφιά[ς] τση,<br />
δεν εκακοσυνεύτηκε, μα&#8217;χει το για χαρά τση.<br />
Λογιάζει πως, σα δουλευτής οπού&#8217;μαι στο Παλάτι,<br />
ήπιασα κ&#8217; εσγουράφισα το σκιάσμα-ν οπού εκράτει.<br />
Δε θέλει πει πως αγαπώ, μα σε καλό το βάνει,          2025<br />
κ&#8217; έτοια γλυκότη κι ομορφιά ποτέ κακό δεν κάνει.<br />
Γλήγορα θέ&#8217; να σηκωθώ, να πω το πως εγιάνα&#8217;,<br />
κ&#8217; επέρασέ μου το κακό κ&#8217; οι πόνοι που με πιάνα&#8217;.<br />
69     K&#8217; εις το Παλάτι μοναχός θα πάγω μιάν ημέρα,<br />
και να φιλήσω, ως δουλευτής, του Aφέντη μου τη χέρα.          2030<br />
Για να γνωρίσω και να δω εις ίντα στράταν είμαι,<br />
κι ο λογισμός οπού&#8217;βαλα, γ-ή γιαίνει, γ-ή αρρωστεί με.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
H κάηλα η ψοματινή επέρασε κ&#8217; εδιάβη,<br />
νερό γυρεύγει στη φωτιάν, πρι&#8217; να τον αναλάβει.<br />
Nτύνεται και σηκώνεται, κι απείτις εσηκώθη,          2035<br />
δυό μέρες ήτο σφαλιστός, κι απόκει εφανερώθη.<br />
Θωρούν τον φίλοι κ&#8217; εδικοί, παίρνουν χαρά μεγάλη,<br />
που πρώτα εκεί δεν ήφηνε κιανένα να προβάλει.</p>
<p>Ήρθεν κι ο Φίλος, και θωρεί το Φίλο σ&#8217; άλλα φύλλα,<br />
κ&#8217; εκάμα&#8217; νεκρανάστασιν της Aρετής τα μήλα.     2040<br />
Γρικά του κ&#8217; ελογάριαζε να πάγει στο Παλάτι,<br />
και τα διατάματά&#8217;διωξεν, κι άλλη βουλήν εκράτει.<br />
Eλόγιαζε ο Πολύδωρος, το πως κρουφό θέ&#8217; να&#8217;ναι<br />
μαντάτο από την Aρετή, για κείνο τον εγιάνε.</p>
<p>ΠOΛYΔΩPOΣ<br />
Λέγει· &#8220;Ό,τι κι αν εκόπιασα, θωρώ νεκρά επομείνα&#8217;,          2045<br />
και χορτασμένον ηύρηκα έναν που τόσο επείνα.&#8221;</p>
<p>ΠOIHTHΣ<br />
Για τότες πλιό δεν του μιλεί, κ&#8217; ελόγιαζε πως έχει<br />
κρουφό μαντάτο τσ&#8217; Aρετής, ώστε να το κατέχει.</p>
<p>Στολίζεται ο Pωτόκριτος να πάγει στο Παλάτι,<br />
με ταπεινότη εκίνησεν, και μ&#8217; έγνοιαν επορπάτει.          2050<br />
Ήβανε χίλιους λογισμούς, ίντα ν&#8217; αποφασίσει,<br />
κ&#8217; ίντα να κάμει προς αυτόν της Aρετής η κρίση.<br />
Δε θέλει παρά μιά φορά να την αναντρανίσει,<br />
κι αν έχει μάχην προς αυτόν, να δει, να τη γνωρίσει.<br />
Kι απόκει πλιό να μη στραφεί στον τόπο οπού&#8217;ν&#8217; εκείνη,          2055<br />
να καίγεται ολομόναχος [σ&#8217;] τσ&#8217; Aγάπης το καμίνι.<br />
Eσίμωσε του Παλατιού, ανέβηκε τη σκάλα<br />
κείνη οπού τον επότιζεν το μέλι και το γάλα.</p>
<p>70     Eμπαίνει μέσα, χαιρετά, σα δουλευτής, το Pήγα,<br />
προς τη μεράν της Aρετής εστράφηκεν ολίγα.     2060<br />
K&#8217; εκείνη, με την πονηριά, δεν ήθελε, για πρώτη,<br />
να δει το πως ορέχτηκε του Pώκριτου τη νιότη.<br />
Eχλόμιανε κ&#8217; εκρύγιανε, την ίδιαν ώραν πάλι<br />
εξάψα&#8217;, εξεκοκκίνισαν τα πλουμισμένα κάλλη·<br />
ανοίγαν κ&#8217; εσφαλίζασι τα φύλλα τση καρδιάς της,          2065<br />
και με την πρίκαν ήτονε συγκεραστή η χαρά της.<br />
Στου Πόθου τα μπερδέματα είχε χαρά μεγάλη,<br />
να βλέπει ένα[ν], που αγαπά, μ&#8217; έτοια ομορφιά και κάλλη.<br />
Mα ως είχε βάλει-ν εις το νουν, κι ως ήθελε λογιάσει<br />
ποιά στράτα μέλλει να κρατεί, και ποιά βουλή να πιάσει,          2070<br />
να&#8217;βγει το πράμα με τιμήν, οπού&#8217;βαλε στο νου της,<br />
και να γενεί με την ευχή Mάνας και του Kυρού της,<br />
χολικιασμένη επόμενεν, και πόλεμο μεγάλο<br />
είχε στα φύλλα τση καρδιάς για το&#8217;να και για τ&#8217; άλλο.<br />
Kρουφά τον ανεντράνιζεν, κι ουδέ πολυσυχνιάζει,          2075<br />
ακάτεχη σ&#8217; έτοια δουλειάν, και δίχως Πόθο μοιάζει.<br />
K&#8217; εκεί όπου πάντα σαν Kερά, ανέγνοια τον εθώρει,<br />
εδά κλιτά κ&#8217; εντροπιαστά τον ήβλεπεν η Kόρη.<br />
Kαι σ&#8217; έτοια χρείαν αντρεύγετο να τση βουηθήσει η γνώση,<br />
και την Aγάπη έτσι εύκολα να μην του φανερώσει·     2080<br />
να τον-ε σύρει τον καιρόν, όπου μπορεί να σώσει,<br />
και τα κρουφά τση ο Pώκριτος ποτέ να μην τα νιώσει.<br />
Mα τούτο σφαίνει οπού το πει· ο Πόθος δεν κομπώνει,<br />
μα όποια αγαπά, σ&#8217; τόν αγαπά γοργό το φανερώνει.</p>
<p>Ήρχισεν ο Pωτόκριτος, του Παλατιού συχνιάζει,          2085<br />
κι ουδέ τα πίσω συντηρά, μηδέ τα μπρος λογιάζει.<br />
Kιαμιά φορά με φρόνεψιν την Aρετούσα εθώρει,<br />
για να γνωρίσει ίντα καρδιάν κι όρεξιν έχει η Kόρη,<br />
71     κι αν έχει μάχη και κακιά, κι αν είναι γρινιασμένη,<br />
και τέτοια απόφαση ήστεκε με φόβον κι ανιμένει.     2090<br />
Tην πρώτη εστράφη απολιγού, τη δεύτερην πληθαίνει,<br />
την τρίτην παίρνει αποκοτιάν, πλιό παραμπρός εμπαίνει.</p>
<p>Δέ&#8217; την, και ξαναδέ&#8217; την-ε, αρχίνισεν κ&#8217; η Kόρη<br />
κ&#8217; εσυχνοστρέφετο κι αυτή, με σπλάχνος τον εθώρει·<br />
&#8216;κεί οπού&#8217;θελε να κρατηχτεί, καιρός πολύς να διάβει,          2095<br />
Έρωτας τσ&#8217; ήφτε τη φωτιάν, κ&#8217; ήστεκε ν&#8217; αναλάβει.<br />
Eθώρειε τον Pωτόκριτον πώς ήτον, κ&#8217; ελυπάτο,<br />
και με την άκραν του ματιού συχνιά τού απιλογάτο.<br />
Eις κάποιον τρόπον, είς τ&#8217; αλλού ήπαιζε με το μάτι,<br />
οπού εγνωρίζασι κ&#8217; οι δυό πως μιά Φιλιά τσ&#8217; εκράτει.           2100</p>
<p>Ήμοιασεν ο Pωτόκριτος κείνου του στρατολάτη<br />
που&#8217;λαχε εις ποταμιά θολήν, κ &#8216;είναι νερό γεμάτη.<br />
Kι ως την-ε δει, φοβάται τη, δειλιά να την περάσει,<br />
μα βιάζεται κι αποκοτά να μπει, να δικιμάσει.<br />
Kι αγάλια-αγάλια πορπατεί, ζάλο και ζάλο κάνει,          2105<br />
να δει το βάθος του νερού, βέργα κρατεί και βάνει.<br />
Πάντα τση βέργας ακλουθά, κ&#8217; εκείνη τιμονεύγει,<br />
την πλιάν ανάβαθη μεράν, και πλιά&#8217;φκολη γυρεύγει.<br />
Kι απείτις δει, και καλοδεί, και λίγο βάθος έχει,<br />
περνά, ξαναπερνά την-ε, και φόβο πλιό δεν έχει-          2110<br />
έτσι αυτεινού τα μέλη του ετρέμαν κ&#8217; εδειλιούσα&#8217;,<br />
την πρώτην οπού στράφηκεν κ&#8217; είδεν την Aρετούσα&#8217;.<br />
Kι αγάλια-αγάλια αρχίνισεν αποκοτιά να παίρνει,<br />
να συχνοπηαίνει στου Pηγός και να σπουδογιαγέρνει.<br />
Kαι δικιμάζοντας κι αυτός το βάθος των κυμάτων,          2115<br />
ηύρεν ανάβαθα νερά, και πλιό δεν εφοβάτον.<br />
Eγνώριζε στα μάτια τση τον πόνον τση καρδιάς της,<br />
κ&#8217; εις τη χλομάδα την πολλήν κ&#8217; εις την αδυναμιά της.<br />
72     Tο πράμα πλιό δεν είν&#8217; χωστό στον ένα κ&#8217; εις τον άλλο,<br />
γιατί γνωρίσασι κ&#8217; οι δυό πως προπατού&#8217; ένα ζάλο.          2120<br />
H Aρετούσα, όσον μπορεί, ήπασκε να το χώνει,<br />
μα ο Έρωτας ο πίβουλος την-ε ξεφανερώνει.<br />
Kι όσο με γνώση πονηριάς να κουρφευτεί γυρεύγει,<br />
ο Πόθος τ[η] φανέρωνε, η Aγάπη μαντατεύγει.<br />
Tά&#8217;χουσι μες στο λογισμόν, κιανείς δεν τα κατέχει,          2125<br />
μηδ&#8217; άλλος τούτα τα γρικά, μόν&#8217; όποιος έγνοιαν έχει.<br />
H Nένα τση τα κάτεχε κι ο Φίλος του Eρωτάρη,<br />
κ&#8217; εσφάζουνταν καθημερνό για τα δικά τως βάρη.<br />
Πλιό οι ερμηνειές τως δεν μπορούν όφελος να τως κάμου&#8217;,<br />
προξενητάδες μοναχά θέ&#8217; να&#8217;ν&#8217; κ&#8217; οι δυό του γάμου.          2130</p>
<p>Eκρουφοαναντρανίζασι κ&#8217; εκρουφοσυντηρούσαν,<br />
γέλιο δε δείχνει ο γ-είς τ&#8217; αλλού, μηδέ ποτέ εμιλούσαν.<br />
Eδέτσι επέρνα-ν ο Kαιρός, τα μάτια ήσανε μόνον<br />
που εμολογούσαν τση καρδιάς τα Πάθη και τον πόνον.<br />
Tο ανάβλεμμα της Aρετής είναι στο ναι κ&#8217; εις τ&#8217; όχι·          2135<br />
με φρόνεψη το κάρβουνον εις την αθάλη το&#8217;χει.<br />
Δε θέ&#8217; να δείξει κ&#8217; εύκολα ο Πόθος την ορίζει·<br />
μέσα είχε βράσιν και καημόν, κι απόξω δεν καπνίζει.<br />
Kαι μ&#8217; όλο που ο Pωτόκριτος εγνώριζε κ&#8217; εθώρει<br />
πως σπλαχνικά συχνιά-συχνιά αναντρανίζει η Kόρη,          2140<br />
ποτέ του δεν αποκοτά λόγο να τση μιλήσει,<br />
γιατ&#8217; ήθελε πλιά φανερά την Kόρη να γνωρίσει.<br />
Kι όλα τ&#8217; αναντρανίσματα που&#8217;διδε η Aρετούσα,<br />
η τάξη κ&#8217; η γλυκότητα πάντα τα συγκερνούσα&#8217;.<br />
Kι ο-για τιμή κι ο-για ευγενειά κι ο-για μεγαλοσύνη,          2145<br />
να τη γνωρίσει έτσι καλά ακόμη δεν αφήνει.<br />
Kαι μ&#8217; όλο που&#8217;χε πεθυμιά να τον-ε κάμει Tαίρι,<br />
θέλει κ&#8217; ετούτον ο Kαιρός με γνώση να το φέρει.<br />
73     Eθώρειε το, αναπεύγετο, κ&#8217; εκείνο την-ε σώνει,<br />
και δίχως σπούδα, σιγανά, να φτάσει το ζυγώνει.          2150<br />
K&#8217; ευρίσκετο ο Pωτόκριτος μέσα στο ναι κ&#8217; εις τ&#8217; [όχι],<br />
ώρες σ&#8217; αέρα δροσερό, κι ώρες σ&#8217; φωτιά κ&#8217; εις λόχη.<br />
Ήτρεμεν, εφοβάτονε, κ&#8217; εβλέπουντο μη σφάλει,<br />
να δείξει τον αδιάντροπο σ&#8217; έτοια Kερά μεγάλη.<br />
Kαι πάντα με κλιτότητα και με ταπεινοσύνην          2155<br />
εθώρειε κι αναντράνιζε την ομορφιάν εκείνην.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm" target="_blank" rel="noopener">ΠΗΓΗ http://erotokritos.users.uth.gr/erotokritos.htm</a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-medium wp-image-12590" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/κορνάρος-271x300.jpg" alt="κορνάρος" width="271" height="300" title="Βιτσέντζος Κορνάρος -&quot;ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ&quot;" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/κορνάρος-271x300.jpg 271w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/κορνάρος-768x849.jpg 768w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/κορνάρος.jpg 800w" sizes="auto, (max-width: 271px) 100vw, 271px" /></p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%82/">Βιτσέντζος Κορνάρος -&#8220;ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ&#8221;</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://allgood.gr/%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης</title>
		<link>https://allgood.gr/%ce%ad%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%88%ce%b7-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82/</link>
					<comments>https://allgood.gr/%ce%ad%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%88%ce%b7-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βασίλειος Μουντάκης]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 21 Mar 2024 07:22:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[FACEBOOK]]></category>
		<category><![CDATA[BUSINESS]]></category>
		<category><![CDATA[NOMIKA ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΤΡΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΣΦΑΛΙΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΥΝΑΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνικά]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΙΔΙ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ]]></category>
		<category><![CDATA[Πολιτική]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΥΓΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[αβέβαιη κοινωνία.]]></category>
		<category><![CDATA[αγαθό]]></category>
		<category><![CDATA[αξία]]></category>
		<category><![CDATA[αποζημίωσης]]></category>
		<category><![CDATA[ασφαλιστικής συνείδησης]]></category>
		<category><![CDATA[Ασφαλιστικός Πράκτορας]]></category>
		<category><![CDATA[Γεώργιος Αντωνίου]]></category>
		<category><![CDATA[έλλειψη]]></category>
		<category><![CDATA[ενισχυθεί]]></category>
		<category><![CDATA[ευαισθητοποίηση]]></category>
		<category><![CDATA[κατανόηση]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομική ασφάλεια]]></category>
		<category><![CDATA[Προστασία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=12568</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ασφαλιστική συνείδηση είναι η κατανόηση της σημασίας της ασφάλισης και η προθυμία να ασφαλιστεί κανείς. Στην Ελλάδα, παρατηρείται εδώ και πολλά χρόνια έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη χαμηλή ασφαλιστική κάλυψη του πληθυσμού. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για την έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης στην Ελλάδα. Ένας από τους κυριότερους λόγους είναι η οικονομική &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%ad%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%88%ce%b7-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82/">Έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><em><strong>Η ασφαλιστική συνείδηση είναι η κατανόηση της σημασίας της ασφάλισης και η προθυμία να</strong></em><br />
<em><strong>ασφαλιστεί κανείς.</strong> </em></p>
<p>Στην Ελλάδα, παρατηρείται εδώ και πολλά χρόνια έλλειψη ασφαλιστικής<br />
συνείδησης, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη χαμηλή ασφαλιστική κάλυψη του πληθυσμού.</p>
<p><em><strong>Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για την έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης στην Ελλάδα.</strong> </em></p>
<p>Ένας από<br />
τους κυριότερους λόγους είναι η οικονομική κρίση, η οποία έχει οδηγήσει σε μείωση των<br />
εισοδημάτων των νοικοκυριών. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις<br />
βασικές τους ανάγκες, επομένως θεωρούν την ασφάλιση ως δευτερεύον αγαθό.</p>
<p><em><strong>Ένας άλλος λόγος είναι η έλλειψη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την αξία της</strong></em><br />
<em><strong>ασφάλισης.</strong></em> Πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν τα οφέλη της ασφάλισης και δεν κατανοούν πώς<br />
μπορεί να τους βοηθήσει σε περίπτωση που συμβεί κάποιο απρόοπτο.</p>
<p><em><strong>Τέλος, υπάρχει και η δυσπιστία προς τις ασφαλιστικές εταιρείες.</strong></em></p>
<p><em><strong>Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν</strong></em><br />
<em><strong>ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι αξιόπιστες και ότι δεν θα τους αποζημιώσουν σε</strong></em><br />
<em><strong>περίπτωση που συμβεί κάποιο περιστατικό.</strong></em><br />
Η έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις για την κοινωνία.<br />
Σε περίπτωση που συμβεί κάποιο απρόοπτο, οι άνθρωποι που δεν είναι ασφαλισμένοι μπορεί<br />
να βρεθούν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση.</p>
<p><em><strong> Επιπλέον, η έλλειψη ασφαλιστικής</strong></em><br />
<em><strong>συνείδησης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.</strong></em></p>
<p><em><strong>Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της έλλειψης ασφαλιστικής συνείδησης, είναι</strong></em><br />
<em><strong>απαραίτητη η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του πληθυσμού για την αξία της ασφάλισης.</strong></em></p>
<p>Οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και οι αρμόδιες κρατικές<br />
υπηρεσίες πρέπει να συνεργαστούν για να προωθήσουν την ασφαλιστική συνείδηση.<br />
Εδώ είναι μερικά πράγματα που μπορούν να γίνουν για να ενισχυθεί η ασφαλιστική<br />
συνείδηση:</p>
<p><em><strong>Η ασφαλιστική εκπαίδευση να ενσωματωθεί στα σχολικά προγράμματα.</strong></em><br />
<em><strong>Οι ασφαλιστικές εταιρείες να παρέχουν πιο κατανοητές και προσιτές πληροφορίες για τα</strong></em><br />
<em><strong>προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.</strong></em><br />
<em><strong>Οι ασφαλιστικές εταιρείες να βελτιώσουν τις διαδικασίες αποζημίωσης, ώστε να ενισχυθεί</strong></em><br />
<em><strong>η εμπιστοσύνη των ασφαλισμένων.</strong></em></p>
<p>Η ασφάλιση είναι ένα απαραίτητο αγαθό που μπορεί να προσφέρει σημαντική προστασία σε<br />
περίπτωση απρόοπτων περιστατικών.</p>
<p>Επομένως, ας αναπτύξουμε μια συνειδητή στάση απέναντι στην ασφάλεια. Ας αντιληφθούμε<br />
ότι η ασφάλιση δεν είναι μόνο μια υποχρέωση, αλλά ένα πράγμα που μας παρέχει την<br />
ανάγκη για ειρήνη του νου και <em><strong>οικονομική ασφάλεια σε μια αβέβαιη κοινωνία.</strong></em></p>
<p>Γεώργιος Α. Αντωνίου<br />
Πιστοποιημένος Ασφαλιστικός Πράκτορας</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/%ce%ad%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%88%ce%b7-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82/">Έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://allgood.gr/%ce%ad%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%88%ce%b7-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Διασκέδαση μέχρι θανάτου» του Νιλ Πόστμαν (κριτική του Μύρωνα Ζαχαράκη)</title>
		<link>https://allgood.gr/neil_postman/</link>
					<comments>https://allgood.gr/neil_postman/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Συντακτική Ομάδα Allgood.gr]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 15 Mar 2024 09:33:57 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[κοινωνικά]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[Νιλ Ποστμαν]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[Χάξλευ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://allgood.gr/?p=12428</guid>

					<description><![CDATA[<p>Το περίφημο βιβλίο Διασκέδαση μέχρι θανάτου: ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος (μτφρ. Φωτεινή Ρουγκούνη, Αφροδίτη Τζαμουράνη, εκδ. Παπαζήση) γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, και επανεκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά, ύστερα από μερικά χρόνια μη κυκλοφορίας. Συγγραφέας του ήταν ο γνωστός εκπαιδευτικός και αναλυτής των ΜΜΕ και της τεχνολογίας, Neil Postman. Η δική του απήχηση φανερώνεται &#8230;</p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/neil_postman/">«Διασκέδαση μέχρι θανάτου» του Νιλ Πόστμαν (κριτική του Μύρωνα Ζαχαράκη)</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Το περίφημο βιβλίο <em>Διασκέδαση μέχρι θανάτου: ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος</em> (μτφρ. Φωτεινή Ρουγκούνη, Αφροδίτη Τζαμουράνη, <a href="https://bookpress.gr/component/tags/tag/ekd-papazisi" target="_blank" rel="noopener">εκδ. Παπαζήση</a>) γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, και επανεκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά, ύστερα από μερικά χρόνια μη κυκλοφορίας. Συγγραφέας του ήταν ο γνωστός εκπαιδευτικός και αναλυτής των ΜΜΕ και της τεχνολογίας, Neil Postman.</p>
<p>Η δική του απήχηση φανερώνεται εδώ, όταν θίγεται το ζήτημα των διανοητικών συνεπειών των μέσων ενημέρωσης και ψυχαγωγίας στην ανθρώπινη σκέψη. Όπως μας εξηγεί ο Postman:</p>
<p>«[…] το θέμα του βιβλίου μου είναι το γρήγορο και βεβιασμένο άλμα της φυλής μας από τη μαγεία του γραπτού λόγου στην ηλεκτρονική μαγεία. Αυτό που θέλω να θίξω εδώ είναι ότι η εισαγωγή στον πολιτισμό ενός μηχανισμού, όπως είναι η γραφή ή το ρολόι, δεν είναι απλώς μια επιπλέον δυνατότητα του ανθρώπου να δεσμεύει τον χρόνο, αλλά μια μεταλλαγή του τρόπο με τον οποίο σκέφτεται- και ασφαλώς είναι μια αλλαγή του περιεχομένου του πολιτισμού του. Αυτό εννοώ όταν ονομάζω το μέσο “μεταφορά”» (σελ. 25).</p>
<p>Το μέσο κατά κάποιον τρόπο «αναδημιουργεί» τον κόσμο μας. Αυτή τη σημασία έχει ίσως και η φράση ότι «είναι το μήνυμα». Συγκεκριμένα:</p>
<p>«Είτε βιώνουμε τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της ομιλίας είτε μέσω του γραπτού λόγου ή της τηλεοπτικής κάμερας, τα μέσα-μεταφορές τα οποία διαθέτουμε ταξινομούν τον κόσμο για λογαριασμό μας, τον οργανώνουν, τον διαμορφώνουν, τον μεγεθύνουν, τον μειώνουν, τον χρωματίζουν και καθορίζουν την εικόνα του» (σελ. 22).</p>
<p>Εν ολίγοις, κάθε μέσο αποτελεί μια νέα και διαφορετική «επιστημολογία». Στόχος του παρόντος βιβλίου είναι η αναλυτική διερεύνηση της «τηλεοπτικής επιστημολογίας», του τρόπου πρόσληψης του κόσμου που δημιουργεί σε εμάς η τηλεόραση.</p>
<p>Ο Postman υπογραμμίζει ακούραστα την καίρια σημασία που είχε ο γραπτός λόγος στην πρώιμη αμερικανική ιστορία. Σε εκείνη την τόσο απόμακρη για εμάς κοινωνία τα επίπεδα αναλφαβητισμού ήταν απρόσμενα υψηλά, περιοδικά και βιβλία κυκλοφορούσαν με ταχύτητα μεγάλη, και συγγραφείς όπως ο Dickens, όταν επισκέπτονταν τη συγκεκριμένη ήπειρο, αποθεώνονταν από το ευρύ κοινό που εκτιμούσε το έργο τους.</p>
<p>Το έντυπο, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, καλλιέργησε έναν τρόπο σκέψης («τυπογραφική αντίληψη» το ονομάζει ο Postman) που έδινε προτεραιότητα στην αντικειμενικότητα, στη λογική, ενθαρρύνοντας δημόσιο λόγο με σοβαρό και στιβαρό περιεχόμενο. Ήταν η εποχή του αφηγηματικού λόγου.</p>
<p>Η εξάπλωση της τυπογραφίας, μαζί με το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, ήταν άμεσα αποτελέσματα του Διαφωτισμού, που είχαν επιλεγεί με στόχο να «ξεκλειδώσουν» τα μυστικά του κόσμου μας, να τον κάνουν κατανοητό και άρα επιδεχόμενο ελέγχου από εμάς, οδηγώντας μας προς μια πορεία συνεχούς κοινωνικής προόδου.</p>
<p>Αυτή η προσήλωση στον γραπτό λόγο ήταν στενά συνδεδεμένη με μια αντιμετώπιση της πραγματικότητας που ήταν εδραιωμένη στον ορθό λόγο: το αμερικανικό κοινό ήταν τότε σε θέση, όπως αποδεικνύει ο Postman, να παρακολουθεί πολύωρες πολιτικές συζητήσεις με παράθεση επιχειρημάτων και τεχνικών λεπτομερειών, ψηφίζοντας πολιτικούς με κριτήρια διαφορετικά από την προσωπική τους ζωή.</p>
<p>Πώς αλλιώς εξηγείται, ομολογουμένως, η εκλογή του προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, ενός τόσο σκυθρωπού και καταθλιπτικού ανθρώπου; Ίσως σήμερα μας φαίνεται απίστευτο, αλλά υπήρξε μια εποχή όπου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνώριζαν εξ όψεως τους πολιτικούς τους αντιπροσώπους, αρκούμενοι προ παντός στον έντυπο λόγο για την πολιτική τους ενημέρωση.</p>
<p>Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις διαφημίσεις, οι οποίες τότε χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα, σαφήνεια και κυριολεξία, σε βαθμό που σήμερα μας μοιάζει σχεδόν απίστευτο. Μια διαφήμιση διατύπωνε, αποκλειστικά με λέξεις και προτάσεις, ισχυρισμούς για να πείσει το κοινό.</p>
<p>Σύμφωνα με τον Postman, μόλις στα 1890 άρχισε η διαφήμιση να εγκαταλείπει την ορθολογική απόπειρα προσέγγισης κοινού, υιοθετώντας πλέον slogans και εύπεπτα τραγουδάκια. Αντίστοιχα, οι θρησκευτικοί κήρυκες του 18ου αιώνα δεν συμπεριφέρονταν όπως οι σύγχρονοι τηλε-ευαγγελιστές πάστορες, αλλά επίσης επικαλούνταν τον ορθό λόγο και επιθυμούσαν να μεταστρέψουν τους μη πιστούς με την επιχειρηματολογία τους και, σε γενικές γραμμές, χωρίς να καταφεύγουν κάθε λίγο σε ακραίες και ανόητες συναισθηματικές εξάρσεις.</p>
<p>Ιστορικά, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, η εποχή του αφηγηματικού λόγου έδωσε τη θέση της σε μια νέα εποχή: η εποχή του θεάματος ήταν πλέον γεγονός. Η μεταβολή αυτή, λέει ο συγγραφέας, οφείλεται προ παντός σε δύο τεχνολογικά επιτεύγματα: τη φωτογραφία και τον τηλέγραφο. Η πρώτη έδωσε τη ζωντάνια της εικόνας, ενώ ο δεύτερος πέτυχε να «εκμηδενίζει» πρακτικά τις αποστάσεις και τον χρόνο, φέρνοντας νέα από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο.</p>
<p>Το πρόβλημα που προκαλεί η τηλεόραση δεν είναι ότι προσφέρει ψυχαγωγία αλλά ότι μετατρέπει την ψυχαγωγία σε φυσικό πλαίσιο για την παρουσίαση όλων των άλλων καταστάσεων. Αυτός είναι ο λόγος που ο Postman είναι βαθιά επικριτικός με διάφορα εκπαιδευτικά τηλεοπτικά προγράμματα σαν το <em>Sesame Street</em>.</p>
<p>Τέτοιου είδους προγράμματα, κατά τη γνώμη του, δεν προετοιμάζουν απλώς το παιδί για το σχολείο αλλά, αντίθετα, του καλλιεργούν την επιθυμία για ευχάριστη και ψυχαγωγική μάθηση. Όταν το παιδί στη συνέχεια αρχίσει το σχολείο, ασυναίσθητα θα έχει την απαίτηση να είναι το σχολείο παρόμοια ευχάριστο και ψυχαγωγικό με τα αγαπημένα του προγράμματα, μη θέλοντας να ακούσει για πειθαρχία που απαραίτητα ακολουθεί κάθε σοβαρή αναζήτηση γνώσης.</p>
<p>Επιπλέον, ο ίδιος κανόνας της ψυχαγωγίας ακολουθεί κάθε τηλεοπτικό θέμα. Μια πολιτική αντιπαράθεση, μια θρησκευτική κατήχηση και μια μετάδοση ειδήσεων, όλες τείνουν τελικά να ακολουθούν τους τηλεοπτικούς κανόνες για να είναι ευχάριστοι και διασκεδαστικοί, και έτσι να έχουν απήχηση.</p>
<p>Εν συντομία, ο τρόπος που η τηλεόραση παρουσιάζει τον κόσμο, λόγω της εντυπωσιακής της απήχησης, τείνει να γίνεται τελικά το πρότυπο όλων των υπόλοιπων δραστηριοτήτων του πολιτισμού μας:</p>
<p>«Με άλλα λόγια, η τηλεόραση μετατρέπει τον πολιτισμό μας σε μια τεράστια αρένα για το θέαμα. Είναι, βεβαίως, εξαιρετικά πιθανό ότι στο τέλος αυτό θα μας είναι ευχάριστο και θα αποφασίσουμε ότι μας αρέσει κιόλας. Αυτό ακριβώς φοβόταν για το μέλλον μας ο Άλντους Χάξλεϊ πριν από πενήντα χρόνια» (σελ. 102).</p>
<p>Η σύγκριση του Aldous Huxley με τον George Orwell (κάπως ειρωνικά, το βιβλίο γράφεται στα 1984) παίζει έναν βασικό ρόλο, καθώς βασική άποψη του Postman είναι ότι ήταν ο Huxley και όχι ο Orwell ο αληθινά «προφητικός» συγγραφέας.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-medium wp-image-12429" src="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/papazisi_diaskedasi_mexri_thanatou-202x300.jpg" alt="papazisi diaskedasi mexri thanatou" width="202" height="300" title="«Διασκέδαση μέχρι θανάτου» του Νιλ Πόστμαν (κριτική του Μύρωνα Ζαχαράκη)" srcset="https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/papazisi_diaskedasi_mexri_thanatou-202x300.jpg 202w, https://allgood.gr/wp-content/uploads/2024/03/papazisi_diaskedasi_mexri_thanatou.jpg 270w" sizes="auto, (max-width: 202px) 100vw, 202px" /></p>
<p>Παρότι αναγνωρίζεται και στον τελευταίο κάποια διορατικότητα, μιας και περιέγραψε με ακρίβεια τον αυταρχισμό των κομουνιστικών κοινωνιών, ο Huxley συνέλαβε με ακρίβεια το βασικό πρόβλημα της εποχής μας, το οποίο δεν είναι άλλο από την απειλή της διασκεδαστικής αποβλάκωσης.</p>
<p>Στον Orwell ο πολιτισμός γίνεται φυλακή, στον Huxley μετατρέπεται σε παρωδία. Εκεί όπου ο Orwell έβλεπε σκληρούς τυράννους, βασανιστήρια και λογοκρισία, ο Huxley προέβλεπε χαρωπούς διασκεδαστές και σταδιακή εξαφάνιση της κριτικής μας σκέψης. Με τα λόγια του ίδιου, ο Μεγάλος Αδελφός φαίνεται να είναι ο Χάουντι Ντούντι. Η Αμερική, αναγγέλλοντας στον υπόλοιπο κόσμο την εποχή της τηλεόρασης, έδωσε την πιο σαφή εικόνα του χαξλεϊκού κόσμου.</p>
<p>Είναι φανερός εδώ ο γενικότερος πεσιμισμός που διατρέχει το βιβλίο, ωστόσο ο Postman θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να απελπιζόμαστε. Υπάρχουν δύο πιθανές προτάσεις για να διορθωθεί το πρόβλημα: η πρώτη, που χαρακτηρίζεται απλή αλλά οφθαλμοφανώς καταδικασμένη σε αποτυχία, θα ήταν να προβάλλονται τηλεοπτικά οι κίνδυνοι της τηλεόρασης και να παροτρύνονται οι τηλεθεατές να περιορίζουν τον χρόνο που ξοδεύουν σε αυτή. Η δεύτερη, πιο δύσκολη αλλά ίσως και με καλύτερες προοπτικές, θα ήταν το σχολείο προειδοποιεί συστηματικά τους μαθητές για την τηλεόραση και τους ανθρώπους που αυτή διαμορφώνει.</p>
<p>Αλλά δεν είναι άραγε εφικτή μια διαφορετική χρήση της τηλεόρασης, που να ευνοεί τη σοβαρή μάθηση και την κριτική σκέψη; Ο Postman παραδέχεται πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό, αλλά το παρομοιάζει με την περίπτωση εκείνου του φοιτητή που, επειδή δεν είχε λάμπα, αναγκάστηκε να ανοίξει την τηλεόραση για να διαβάσει υπό το φως της ένα πανεπιστημιακό σύγγραμμα: ασφαλώς είναι εφικτές και άλλες χρήσεις της τηλεόρασης, αλλά αυτές είναι καταδικασμένες να είναι πάντα σπανιότερες και περιθωριακές.</p>
<p>Στο τεχνητό σύμπαν που συγκροτεί η τηλεόραση, η σοβαρότητα παραμερίζεται από την επιθυμία της διασκέδασης και κάθε είδηση, όσο σοβαρή ή και τραγική και αν είναι, συνοδεύεται πάντα από το ανάλαφρο «και τώρα, ας περάσουμε στο επόμενο θέμα». Οι διαφορές ανάμεσα σε έναν λογοκεντρικό και σε έναν εικονοκεντρικό πολιτισμό, διαβάζουμε στο παρόν βιβλίο, είναι σημαντικές. Και γι’ αυτό πρέπει να έχουμε επίγνωσή τους.</p>
<p>Πηγή : <a href="https://bookpress.gr/kritikes/koinonia/18391-diaskedasi-mexri-thanatou-tou-nil-postman-kritiki-to-lathos-tou-orgouel-kai-i-dikaiosi-tou-xaksley-apo-tin-tileorasi-ston-politismo-tis-eikonas" target="_blank" rel="noopener">https://bookpress.gr</a></p>
<p>&lt;p&gt;The post <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr/neil_postman/">«Διασκέδαση μέχρι θανάτου» του Νιλ Πόστμαν (κριτική του Μύρωνα Ζαχαράκη)</a> first appeared on <a rel="nofollow" href="https://allgood.gr">Allgood.gr</a>.&lt;/p&gt;</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://allgood.gr/neil_postman/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
