NOMIKA ΘΕΜΑΤΑ

Η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων: Η αμέλεια (28 ΠΚ)


Της Άννας Μάρκου,

Μετά το δόλο, η αμέλεια αποτελεί τη δεύτερη και τελευταία μορφή υπαιτιότητας στον ελληνικό ποινικό κώδικα. Οι προϋποθέσεις που τη θεμελιώνουν διακρίνονται και αναλύονται κατά το πρότυπο των αντίστοιχων προϋποθέσεων που προβλέπονται για το δόλο.

Όπως λοιπόν και ο δόλος, έτσι και η αμέλεια διακρίνεται σε τρεις βαθμούς. Καταρχήν, μπορεί να είναι συνειδητή ή ασυνείδητη, βάσει του γνωστικού στοιχείου της πιθανολόγησης του αποτελέσματος. Εάν ο δράστης προέβλεψε ως πιθανό το ενδεχόμενο να επέλθει το αποτέλεσμα της άδικης πράξης του, τότε βρισκόταν σε συνειδητή αμέλεια. Η τελευταία διαχωρίζεται περαιτέρω σε πρώτου και δευτέρου βαθμού, βάσει του εάν ο δράστης ήλπιζε ή πίστευε ότι θα απέφευγε το εν λόγω αποτέλεσμα. Έτσι, ο εγκληματίας που βρίσκεται σε συνειδητή αμέλεια πρώτου βαθμού, πιθανολογεί το αποτέλεσμα, αλλά ελπίζει πως θα το αποφύγει, αδιαφορώντας επί της ουσίας για το αν τελικά αυτό θα επέλθει, καθώς δεν πράττει κάτι για να το αποφύγει, παρότι γνωρίζει πως η συμπεριφορά του μπορεί να θέσει σε κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό, όπως για παράδειγμα ο οδηγός που τρέχει με ανεξέλεγκτη ταχύτητα.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: skitterphoto

Γίνεται, λοιπόν, φανερό, πως η συγκεκριμένη μορφή αμέλειας διαφέρει από τον ενδεχόμενο δόλο μόνο ως προς το βουλητικό στοιχείο, καθώς ο ενδεχόμενος δόλος προϋποθέτει την αποδοχή του πιθανολογούμενου αποτελέσματος, ενώ η συνειδητή αμέλεια πρώτου βαθμού προϋποθέτει την ελπίδα αποφυγής του. Αμέσως ελαφρύτερη είναι η συνειδητή αμέλεια δευτέρου βαθμού, κατά την οποία ο δράστης πιθανολογεί και πάλι το αποτέλεσμα, αλλά πιστεύει πως θα το αποφύγει, υπό την έννοια ότι αυτή τη φορά καταβάλλει μια προσπάθεια αποφυγής του. Η συμπεριφορά του, δηλαδή, δεν είναι τόσο αμελής όσο στη συνειδητή αμέλεια πρώτου βαθμού, όμως δεν είναι και αρκετή για να αποφύγει τελικά το αξιόποινο αποτέλεσμα.

Στον αντίποδα της συνειδητής βρίσκεται η ασυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης δεν πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος, κι επομένως δεν υπάρχει καν βουλητική κάλυψη της συμπεριφοράς του. Είναι η πιο ελαφριά μορφή υπαιτιότητας, αφού ο πράττων δε σκέφτεται καν πως μπορεί με την πράξη του να προξενήσει κάποιο άδικο αποτέλεσμα. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως ο βαθμός της αμέλειας δεν αναγράφεται στις διατάξεις του ποινικού κώδικα, ωστόσο, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από το δικαστήριο.

Τα παραπάνω στοιχεία αποκαλούνται οντολογικά. Αυτά διακρίνονται στο γνωστικό (πιθανολόγηση ή μη του αποτελέσματος) και το βουλητικό (ελπίδα ή πίστη αποφυγής), και ισχύουν και για το δόλο (γνώση ή πιθανολόγηση του αποτελέσματος και αντίστοιχα, επιδίωξη ή αποδοχή του, ανάλογα με το βαθμό του δόλου). Κι ενώ στα εγκλήματα δόλου αυτά τα δύο στοιχεία αρκούν για την κατάφαση ή μη της ύπαρξής του, στα εγκλήματα αμέλειας χρειάζεται να εξεταστούν δύο ακόμα στοιχεία, όπως μάς πληροφορεί το άρθρο 28 ΠΚ, τα λεγόμενα αξιολογικά. Όταν, λοιπόν, η συμπεριφορά του δράστη ήταν καταρχήν αμελής βάσει του γνωστικού και του βουλητικού στοιχείου, τότε θα πρέπει να ερευνηθεί εάν η προσοχή που δεν επέδειξε, ήταν αυτή που «όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις» να επιδείξει.

Πηγή εικόνας: freepik.com / Δικαιώματα χρήσης:mb- photoarts

Επεξηγώντας τη διάταξη του νόμου, προκειμένου η πράξη να καταλογιστεί στον δράστη, αυτός είναι αναγκαίο να αμέλησε να καταβάλει την προσοχή που θα έπρεπε βάσει των αντικειμενικών εξωτερικών περιστάσεων και που θα μπορούσε να καταβάλει βάσει των ατομικών γνώσεων ή ικανοτήτων του. Έτσι, η πράξη και κατ’ επέκταση το άδικο αποτέλεσμά της, μπορούν να καταλογιστούν στο δράστη, μόνο αν οφείλονταν πράγματι σε απροσεξία του. Αυτή η απροσεξία κρίνεται ανάλογα με την ένταση της προσοχής που απαιτεί η έννομη τάξη από τον μέσο εκπρόσωπο της «κοινωνικής ομάδας», στην οποία ανήκει ο δράστης, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση ενός τραυματία που περιθάλπεται από περαστικούς στο δρόμο, η προσοχή που αναμένεται από έναν περαστικό που δεν έχει καμία σχέση με την ιατρική επιστήμη, είναι πολύ λιγότερη από την προσοχή που καλείται να επιδείξει ένας περαστικός που είναι γιατρός. Ολοκληρώνοντας, εάν κάποιο από αυτά τα στοιχεία, οντολογικό ή αξιολογικό, δεν πληρούται, τότε δεν μπορεί να καταφαθεί η ύπαρξη αμέλειας. Σε αυτήν την περίπτωση πλέον, θα πρόκειται για ένα τυχαίο γεγονός, μη καταλογιστό στο δράστη του. Σε αυτό συνηγορεί άλλωστε και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 26 ΠΚ, που ορίζει πως από αμέλεια τιμωρούνται μόνο οι πράξεις που ρητά τυποποιούνται στο νόμο.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει σε δύο ιδιαίτερες μορφές εγκλημάτων: τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα και τα εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Η πρώτη κατηγορία προβλέπεται στο άρθρο 29 ΠΚ, το οποίο εισάγει μια εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 26 ΠΚ. Τα εκ του αποτελέσματος εγκλήματα είναι ιδιώνυμα, υπό την έννοια ότι δεν αποτελούν απλώς επιβαρυντική μορφή κάποιου βασικού εγκλήματος, αλλά εισάγουν μια νέα μορφή αξιόποινης πράξης, η οποία είναι και σύνθετη. Πιο συγκεκριμένα, συγκροτούνται από δύο διαφορετικά εγκλήματα, ένα βασικό έγκλημα που τελείται με δόλο κι ένα περαιτέρω αποτέλεσμα που επέρχεται από αμέλεια, διαθέτοντας έτσι, σύνθετη υποκειμενική υπόσταση. Κρίσιμο είναι πως το περαιτέρω αποτέλεσμα θα πρέπει να τυποποιείται ήδη ως αυτοτελές έγκλημα αμέλειας στον ποινικό κώδικα. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, προβλέπεται βαρύτερη ποινή για μία συμπεριφορά που είναι μεν ήδη αξιόποινη όμως έχει μία επιπλέον συνέπεια που προκαλείται από αμέλεια.

Πηγή εικόνας: freepik.com / Δικαιώματα χρήσης: user33769719

Σε αυτές τις περιπτώσεις εγκλημάτων είναι αναγκαίο η δικαστική απόφαση να αναφέρει και να τεκμηριώνει τόσο την ύπαρξη των στοιχείων δόλου για το βασικό έγκλημα, όσο και των στοιχείων που θεμελιώνουν την αμέλεια για το περαιτέρω αποτέλεσμα. Τέλος, τα εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης είναι για παράδειγμα τα εγκλήματα σκοπού, ή αφηρημένης διακινδύνευσης, όπου η υποκειμενική υπόσταση υπερκαλύπτει την αντικειμενική και, αν πληρωθεί, τότε μόνο το έγκλημα θα έχει αποπερατωθεί και ουσιαστικά. Στην υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση ανήκουν και τα λεγόμενα ειδικά στοιχεία της ενοχής που εξειδικεύουν το κίνητρο της πράξης.

Ολοκληρώνοντας, η πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης οδηγεί στον αρχικό καταλογισμό της πράξης στην ενοχή του δράστη, «ανοίγοντας το δρόμο» για την εξέταση του τελικού πλέον καταλογισμού, ο οποίος και θα οδηγήσει με τη σειρά του στην ουσιαστική απαξία της πράξης. Επομένως, μια αρχικά καταλογιστή πράξη δε σημαίνει απαραίτητα πως ο δράστης θα τιμωρηθεί, αλλά αποτελεί το πρώτο βασικό βήμα διερεύνησης, μετά την διαπίστωση τέλεσης μιας αρχικά και τελικά άδικης πράξης.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο – Επιτομή Γενικού Μέρους Άρθρα 1–49 ΠΚ, Ζ΄ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005.
  • Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, Γ΄ έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη, 2016.

 

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button