NOMIKA ΘΕΜΑΤΑ

Προϋποθέσεις υιοθεσίας τέκνου του άλλου συζύγου


Της Δήμητρας Ιωακείμοβιτς,

Ο θεσμός της οικογένειας είναι ιδιαίτερα σημαντικός στη σημερινή κοινωνία. Η εξασφάλιση της υγειούς λειτουργίας και οργάνωσης των οικογενειακών σχέσεων απασχολεί εμφανώς τον νομοθέτη, ο οποίος επιδιώκει να διευθετήσει δυσλειτουργίες, που προκύπτουν στο σύνολο της οικογένειας. Στην εποχή μας, είναι φανερή η ύπαρξη εναλλακτικών μορφών οικογένειας, που, ομολογουμένως, έχει δημιουργήσει μια πολυπλοκότητα στις ενδοοικογενειακές σχέσεις και έχει οδηγήσει σε μία περιπλοκή ορισμένων καταστάσεων που έχουν απασχολήσει το οικογενειακό σύνολο, όπως είναι η υιοθεσία τέκνων. Αυτό αιτιολογείται, αν αναλογιστούμε ότι ο παλαιότερος θεσμός της υιοθεσίας έχει αλλοιωθεί, μετατρεπόμενος σε μία ιδιαίτερα σύγχρονη διαδικασία, που μεν ανταποκρίνεται σχεδόν πλήρως στα νέα κοινωνικά δεδομένα, έχει δημιουργήσει δε καταστάσεις τόσο στον κοινωνικό όσο και στον νομικό κόσμο, που παλαιότερα θεωρούνταν αδιανόητες.

Ειδικότερα, στις ποικίλες μορφές υιοθεσίας, που πλέον έχουν διαμορφωθεί, πέραν της συνηθέστερης, ήτοι της υιοθεσίας ενός ανηλίκου από ένα παντρεμένο ζευγάρι, συγκαταλέγεται, πλέον, και η υιοθεσία του φυσικού ή θετού τέκνου του συζύγου από τον άλλο σύζυγο. Όσον αφορά, λοιπόν, τον συγκεκριμένο τύπο υιοθεσίας, προβλέπεται από τον νόμο ότι μία τέτοια εκδοχή είναι εφικτή υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Μία εξ’ αυτών είναι η ηλικιακή διαφορά του ατόμου που υιοθετεί με τον υιοθετούμενο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1543 του Αστικού Κώδικα αναφέρει τα βασικά κριτήρια, ώστε κάποιος να έχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει ανήλικο τέκνο. Έτσι, ορίζει ότι αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να έχει συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια του και να μην έχει υπερβεί τα εξήντα.

Πηγή εικόνας: pexels.com/ Δικαιώματα χρήσης: kindelmedia

Παράλληλα, το άρθρο 1544 εδ. α΄ του Αστικού Κώδικα, που αποτυπώνει μία γενική προϋπόθεση για την υιοθεσία ανηλίκου, αναφορικά με το όριο ηλικίας, ορίζει ότι αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ, αλλά όχι και περισσότερο από πενήντα χρόνια. Τα εν λόγω όρια οφείλουν να τηρούνται πιστά. Παρόλα αυτά, σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί να εξεταστεί η πιθανότητα υπέρβασης των ορίων, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει βάσιμος λόγος και ευθυγραμμίζεται με τις αρχές της καλής πίστης και της επιείκειας, ενώ παράλληλα, δίνεται προτεραιότητα στην ευημερία του παιδιού. Έτσι, κατ΄ εξαίρεση στο άρθρο 1544 εδ. γ΄ του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου, καθώς και αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέπει την υιοθεσία και όταν υπάρχει διαφορά ηλικίας μικρότερη, αλλά όχι κάτω των δεκαπέντε ετών.

Επιπλέον προϋπόθεση είναι η ύπαρξη δικαιοπρακτικής ικανότητας του υιοθετούντος. Το άτομο που επιθυμεί να υιοθετήσει πρέπει να μην έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να προβούν σε υιοθεσία πρόσωπα που βρίσκονται υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 128 παρ. 2 Αστικού Κώδικα) ή πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους (άρθρο 131 παρ. 1 Αστικού Κώδικα). Μολαταύτα, είναι επιτρεπτή η υιοθεσία από πρόσωπα που τελούν υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση, με τη συναίνεση, βέβαια, του δικαστικού συμπαραστάτη. Ομοίως, είναι εφικτή η τέλεση υιοθεσίας ατόμου που τελεί υπό μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, που δεν περιλαμβάνει ρητά την υιοθεσία.

Μία εξίσου σημαντική προϋπόθεση αποτελεί η λήψη της συγκατάθεσης των εμπλεκόμενων ατόμων ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό συμβαίνει, διότι η υιοθεσία μπορεί να οριστικοποιηθεί μόνο με δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου, κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, το άτομο που επιθυμεί να υιοθετήσει, πρέπει να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστή, μαζί με τον σύζυγο, που είναι ο γονέας του ανηλίκου. Επιπλέον, βάσει νόμου, εάν ο υιοθετούμενος είναι άνω των δώδεκα ετών, πρέπει να ληφθεί και η συγκατάθεσή του. Σε αυτή την περίπτωση, ο Δικαστής κρίνει ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και οφείλει να ακούει τη δική του γνώμη. Παράλληλα, το άτομο που επιθυμεί να υιοθετήσει, οφείλει να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια Κοινωνική Υπηρεσία, όπου ένας κοινωνικός λειτουργός διεξάγει κοινωνική έρευνα και προτείνει εάν η υιοθεσία θα ήταν επωφελής για τον ανήλικο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει η δυνατότητα υιοθεσίας ενήλικου φυσικού ή θετού τέκνου του άλλου συζύγου. Σε αυτήν την περίπτωση, απαιτείται να πληρούνται αναλογικά οι προϋποθέσεις της υιοθεσίας ανηλίκου, με εξαίρεση την κοινωνική έρευνα. Η κύρια διαφορά στην υιοθεσία ενηλίκου είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, εκτός από τον σύζυγο που πρόκειται να υιοθετήσει το ενήλικο τέκνο, απαιτείται να παρέχει προφορική συγκατάθεση και ο υιοθετούμενος. Πέραν αυτών, εάν ο υιοθετούμενος ενήλικος είναι έγγαμος, απαιτείται και η συναίνεση του συζύγου αυτού, που δίδεται με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου.

Πηγή εικόνας: pexels.com/ Δικαιώματα χρήσης: ekaterina bolovtsova

Συμπληρωματικά, ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικασία που απαιτείται να ακολουθηθεί προκειμένου να ολοκληρωθεί επιτυχώς η υιοθεσία. Βασική προϋπόθεση για την εκκίνηση της διαδικασίας είναι τα άτομα που επιδιώκουν να ακολουθήσουν νόμιμα οποιαδήποτε μορφή υιοθεσίας, να υποβάλουν αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο. Επομένως, ύστερα από κοινή αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα και του υιοθετούμενου, ενώ και την κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών, απαγγέλλεται από το Δικαστήριο η απόφαση για την υιοθεσία του τέκνου. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της διαμονής του υιοθετούντος ή του υιοθετούμενου, το οποίο ακολουθεί την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως άλλωστε ορίζει το άρθρο 800 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Εν κατακλείδι, σε πολλές περιπτώσεις, τα έθιμα και οι άγραφες παραδόσεις της κοινωνίας ενισχύουν το νόημα των γραπτών κανόνων που διέπουν το δίκαιο μας. Ως εκ τούτου, κάθε απόφαση που αφορά τους δεσμούς της οικογένειας πρέπει να διαφοροποιείται πάντα με κριτήριο τις σύγχρονες αντιλήψεις, καθώς αυτές εξελίσσονται παράλληλα με τις μεταβαλλόμενες παραδόσεις. Ως αποτέλεσμα, οι αποφάσεις του δικαστηρίου, που εκδίδονται περί οικογενειακών ζητημάτων, είναι εύκολα προσαρμόσιμες λόγω της συμπερίληψης γενικών ρητρών, οι οποίες ενσωματώνουν γενικές κατευθυντήριες γραμμές και χρησιμοποιούν διφορούμενους νομικούς όρους, οι οποίοι επιδέχονται ερμηνείας.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΗΓΗ
  • Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Oικογενειακό Δίκαιο , Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα , 2017

 

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button