NOMIKA ΘΕΜΑΤΑ

Υπάρχουν όρια στην αναζήτηση της αλήθειας στην ποινική δίκη;


Της Μαβίνας Τσαπόγα,

Ένα ζήτημα, που από πολύ παλιά έχει απασχολήσει διεθνώς τη θεωρία και τη νομολογία στον τομέα του ποινικού δικονομικού δικαίου, είναι αν υπάρχουν όρια στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας στην ποινική δίκη. Το δίλημμα που τίθεται σχηματίζεται ως εξής: πρέπει να προτιμηθεί η αποκάλυψη και, κατ΄ επέκταση, η τιμωρία ενός εγκλήματος ακόμα κι αν οι αποδείξεις του είναι παράνομες ή η προστασία εννόμων αγαθών που προσβάλλονται από την παράνομη αξιοποίηση των αποδεικτικών μέσων με κίνδυνο το έγκλημα να μείνει ατιμώρητο; Φυσικά, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη.

Οι αποδεικτικές απαγορεύσεις, δηλαδή ο θεσμός που περιλαμβάνει όλους τους νομικούς κανόνες που θέτουν περιορισμούς στην αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και της ηθικής απόδειξης. Ο σκοπός των ανωτέρω συνίσταται στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών του ατόμου ή και του κοινωνικού συνόλου, τα οποία τίθενται σε κίνδυνο από τη δράση των οργάνων ποινικής καταστολής.

Πηγή εικόνας: pexels.com / Δικαιώματα χρήσης: Cottonbro studio

Επεξηγηματικά, η δικαιολογητική βάση της θέσπισης των αποδεικτικών απαγορεύσεων έγκειται στην αναγνώριση εκ μέρους της δικαιικής τάξης της υπεροχής ορισμένων αξιών έναντι της ανάγκης για την ποινική δίωξη ενός εγκλήματος. Λόγου χάρη, με τη διάταξη του άρθρου 222 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (εφεξής: ΚΠΔ), με την οποία εισάγεται εξαίρεση από την υποχρέωση μαρτυρίας των στενών συγγενών του κατηγορουμένου, τίθεται σε προτεραιότητα ο θεσμός της οικογένειας. Αντίστοιχα, με τη ρύθμιση του άρθρου 212 ΚΠΔ, η οποία εισάγει, επίσης, εξαίρεση από την υποχρέωση μαρτυρίας για ορισμένους επαγγελματίες, προστατεύεται το επαγγελματικό απόρρητο και εμπεδώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών σε έναν κύκλο λειτουργημάτων εμπιστευτικού χαρακτήρα.

Πέρα από τις ρυθμισμένες περιπτώσεις αποδεικτικών απαγορεύσεων που προβλέπονται στον ΚΠΔ, σημαντικές διατάξεις για την εν λόγω προβληματική αποτελούν το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ, μέσω των οποίων θεσμοθετείται απόλυτη και χωρίς καμία στάθμιση απαγόρευση των παράνομων αποδεικτικών μέσων. Η άκαμπτη αυτή διατύπωση δέχεται κριτική εκ μέρους της θεωρίας και γίνεται δεκτό ότι χρήζει στάθμισης μέσω κυρίως της αρχής της αναλογικότητας. Κριτήριο, δηλαδή, για την κατάφαση μιας απαγόρευσης αξιοποίησης ενός αποδεικτικού υλικού αποτελεί η βαρύτητα της προσβολής που θα επέφερε η αξιοποίησή του σε θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου ή τρίτων προσώπων. Στη στάθμιση αυτή ασκεί, όπως είναι εύλογο, επιρροή και η βαρύτητα του περί ου πρόκειται εγκλήματος, ενώ, από την άλλη, το έννομο αγαθό που πλήττεται για να κατισχύσει της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας πρέπει να έχει συνταγματικό κύρος και αναγνώριση ως θεμελιώδες δικαίωμα.

Παραδείγματος χάριν, η –απόλυτη– προστασία της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) τίθεται σε κάθε περίπτωση σε προτεραιότητα απέναντι στη ζήτηση της αλήθειας. Συνεπώς, η δια της βίας εκμαιευμένη ομολογία ή η αξιοποίηση των ευρημάτων μιας παράνομης σωματικής έρευνας στο σώμα του δράστη είναι απολύτως ανεπίδεκτες αξιοποίησης, καθώς συνιστούν βάναυση καταπάτηση της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου. Αντίστοιχα, η κρυφή μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση συνομιλιών, καθώς και οι τηλεφωνικές υποκλοπές προσβάλλουν το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) και της ελευθερίας της επικοινωνίας (άρθρο 19 παρ. 1). Συναφής είναι και η διάταξη του άρθρου 15 της Σύμβασης του Ο.Η.Ε. «κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας», η οποία εισάγει μια απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης εις βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσης που αποτελεί προϊόν βασανιστηρίων, διότι η τελευταία προσβάλλει κατάφωρα τον πυρήνα της ανθρώπινης αξίας και μετατρέπει τον κατηγορούμενο σε αντικείμενο της ποινικής καταστολής.

Πηγή εικόνας: pexels.com/ Δικαιώματα χρήσης: ekaterina bolovtsova

Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθεί μια γενικότερη δικονομική αρχή, σύμφωνα με την οποία μια αποδεικτική απαγόρευση αίρεται, όταν το παράνομο αποδεικτικό μέσο είναι ικανό να καταδείξει την αθωότητα του κατηγορουμένου ή τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του. Οποιαδήποτε στάθμιση αξιών είναι εν προκειμένω άνευ σημασίας, διότι στην περίπτωση αυτή τόσο η αξίωση της πολιτείας για απονομή δικαιοσύνης όσο και το συμφέρον του κατηγορουμένου για προστασία του από μια άδικη καταδίκη, η οποία προσβάλλει τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του, συντείνουν στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, την απόδειξη της αθωότητάς του. Η άποψη αυτή δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος, διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του αθώου κατηγορουμένου συνιστά υπέρτερο έννομο αγαθό από αυτά που προστατεύονται στην τελευταία.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας στην ποινική δίκη, η αποκάλυψη και, κατ’ επέκταση, ο κολασμός των εγκλημάτων αποτελούν αξία συνταγματικής περιωπής που πρέπει να παραμερίζεται μόνο για χάρη μια υπέρτερης αξίας, όπως είναι τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. Όπως, άλλωστε, έχει διατυπωθεί εύστοχα και σε απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού: «Δεν αποτελεί αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου η αναζήτηση της αλήθειας με οποιοδήποτε τίμημα».


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Παπαδαμάκης Α., Ποινική Δικονομία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2021
  • Ανδρουλάκης Ν., Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2020
  • Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη, curia.gr, διαθέσιμο εδώ

 

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button