Κάλυψη ΦΠΑ σε αποζημιώσεις επαγγελματιών με (Απόφ. ΑΠ 1519/2023) – Νέα δεδομένα
Ενημέρωση από τη Γενική Διευθύντρια, ΕΑΕΕ κα Ελίνα Παπασπυροπούλου,

Αγαπητοί αναγνώστες , φίλοι , συνάδελφοι
Κατόπιν άμεσης ενημέρωσης από τη Γενική Διευθύντρια, κα Ελίνα Παπασπυροπούλου, σας κοινοποιούμε κατεπείγουσα πληροφόρηση που αφορά τον διακανονισμό ζημιών σε οχήματα επαγγελματιών. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα που ανατρέπει την έως τώρα πρακτική σε πολλές περιπτώσεις.
Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθ. 1519/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι ο ΦΠΑ της ζημίας θα πρέπει να καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρεία, ακόμα και αν ο παθών είναι επαγγελματίας με δικαίωμα συμψηφισμού.
Ακολουθεί η αναλυτική ενημέρωση και το σκεπτικό της απόφασης, όπως μας μεταφέρθηκε, καθώς και οι επισημάνσεις για την πιθανότητα μελλοντικής μεταστροφής:
[Εδώ ακολουθεί το κείμενο της κυρίας Ελίνας Παπασπυροπούλου, ]
“Στην απόφαση υπ’ αριθ. 1519/2023 του Αρείου Πάγου, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι ο ΦΠΑ της ζημίας στην περίπτωση αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα, θα έπρεπε να καλυφθεί από την ασφαλιστική εταιρία.
Ειδικότερα: Στην κρινόμενη υπόθεση, ο ΑΠ έκρινε ότι το ποσό ΦΠΑ της ζημίας (δηλαδή ο ΦΠΑ επί των ανταλλακτικών, εργασιών επισκευής) δεν θα πρέπει να αφαιρεθεί από την οφειλόμενη αποζημίωση, διότι ο συμψηφισμός του συντελέστηκε ως αποτέλεσμα του συστήματος ΦΠΑ, στο οποίο ο ζημιωθείς υπάγεται λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς του. Το σκεπτικό, με άλλα λόγια, πίσω από την κρίση του ΑΠ είναι ότι τα όποια κέρδη στηρίζονται σε αυτοτελή σκοπό, όπως μια παροχή που προκύπτει από την εφαρμογή νόμου (επί του προκειμένου νομοθεσία ΦΠΑ) δεν εντάσσονται στη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του ζημιωθέντος και επομένως τίθενται εκτός του κανόνα συνυπολογισμού ζημίας-κέρδους.
Σημαντική Σημείωση: Ζητήθηκε από το Δικαστήριο να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της ΕΕ, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε. Το αιτιολογικό που επικαλέστηκε ο ΑΠ προβληματίζει, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα δεν έχει διαμορφωθεί ένα συμπαγές νομολογιακό προηγούμενο, λαμβάνοντας υπόψη και τις contra αποφάσεις που έχουν εκδοθεί (π.χ. ΜονΕφΑθ 112/2015, 728/2022 & 1736/2022). Τονίζεται ότι η απόφαση 1519/2023 του ΑΠ επιδέχεται αντιλόγου και, καθώς δεν ελήφθη από την Ολομέλεια, δεν αποκλείεται δυνατότητα μεταστροφής στο μέλλον.
Ωστόσο, έχει γίνει ήδη σχετική ενημέρωση των εταιριών που συμμετέχουν στο ΣΑΠ, προκειμένου να ληφθεί υπόψη κατά τον διακανονισμό των αποζημιώσεων.”

Απόφαση 1519 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1519/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη – Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία “ERGO ΑΑΕΖ” και ήδη “ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία” (“ERGO ΑΜΑΕ”), που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι ανακαλεί την από 15-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας, καταθέτοντας και σχετικό σημείωμα επί της έδρας.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πολιτάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2703/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6771/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ακολούθως δε κατέθεσε επί της έδρας και αίτημα για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το εξής περιεχόμενο: “Ο μηχανισμός έκπτωσης, θεμελιώδες συστατικό στο…ίο του συστήματος ΦΠΑ και απαραίτητη προϋπόθεση και συνέπεια της αποτελεσματικής εφαρμογής του, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 168 επ. της οδηγίας 2006/112 και το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 2859/2000 (ΚΦΠΑ) έχει την έννοια ότι το ποσό του φόρου που επιβαρύνει τις δαπάνες επισκευής των οχημάτων, που ανήκουν σε επιτηδευματίες (όπως εν προκειμένω η αντίδικος αλλά και εν γένει οι εταιρείες μακροχρόνιας και βραχυχρόνιας εκμίσθωσης και μίσθωσης) συνιστά ζημία, και μείωση της περιουσίας τους, έτσι ώστε νόμιμα να ζητούν αυτοί/ές την περίληψη του ανωτέρω ποσού στην αποζημίωση που επιδιώκουν από τις ασφαλιστικές εταιρείες; Δεδομένου ότι η αρχή της ουδετερότητας που διέπει τον ΦΠΑ έχει την έννοια: -αφενός ότι η επιβολή του φόρου αυτού στα στάδια που προηγούνται της τελικής κατανάλωσης δεν πρέπει να καθορίζει αρνητικά ή θετικά την οικονομική θέση του επ…ιρηματία και την άσκηση των δραστηριοτήτων του, αφού υπόκειται μεν στο φόρο αλλά δεν τον οφείλει ο ίδιος, -αφετέρου ότι αυτή αντανακλά στην ίση μεταχείριση των επ…ιρήσεων που δραστηριοποιούνται ως ανταγωνιστικές στην ίδια αγορά, έτσι ώστε, όσες προβαίνουν σε είσπραξη του ΦΠΑ δύο φορές μέσω δύο διαφορετικών διόδων (του μηχανισμού έκπτωσης και της ασφαλιστικής αποζημίωσης) ευρίσκονται σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών για λόγους που δεν συνδέονται με τις επ…ιρηματικές τους κινήσεις αλλά με τη φορολογική τους μεταχείριση, με αποτέλεσμα να προκληθούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό που αντίκεινται στην αρχή της φορολογικής ουδετερότητας.
Δεν αλλοιώνεται έτσι η ίδια η φύση και η λειτουργία του ΦΠΑ ως φόρου που μετακυλίεται από στάδιο σε στάδιο, αφού έτσι μετατρέπεται αυτός σε τμήμα της αξίας των προϊόντων και υπηρεσιών;” Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 2-7-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 5152/684/2021), αίτηση αναίρεσης, όπως παραδεκτά διορθώθηκε η επωνυμία της αναιρεσείουσας με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθμ. 6771/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα όσον αφορά τη διαδικαστική διαδρομή της ένδικης υπόθεσης: Με την από 2-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 284/1446/2018) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία εξέθεσε ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο Χ. Π. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια) το ένδικο ατύχημα, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημίες στο με αριθμ. κυκλοφορίας … δημόσιας χρήσης επιβατηγό τουριστικό λεωφορείο, της ιδιοκτησίας της, και να υποστεί η ίδια περιουσιακή ζημία. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση, το ποσό των 45.827,96 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 2703/2018 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία οδηγός του άνω με αριθμ. κυκλοφορίας … … αυτοκινήτου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία το ποσό των 45.427,96 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 11-3-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 32257/1957/2020) έφεση. Επί της έφεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 6771/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η πιο πάνω έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσία και στη συνέχεια εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατ’ ουσία και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία το αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Στο άρθρο 1 του ν. 2859/2000 (“Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας”, ΦΕΚ Α’ 248/7-11-2000), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α’ 125), ορίζεται ότι: “Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία “φόρος προστιθέμενης αξίας” σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου”, στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: ” Αντικείμενο του φόρου είναι α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα”, … στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: “Στο φόρο υπόκειται: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής” … και στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι: “Η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών…”. Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του ως άνω ΚΦΠΑ ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στην παρ. 1 ότι: “Ο υποκείμενος στο φόρο δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν… Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο”…. Στην παρ. 3 ότι: “Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά το χρόνο που ο φόρος καθίσταται απαιτητός, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 του παρόντος”. Επίσης, στο άρθρο 32 παρ. 1 του αυτού ΚΦΠΑ ορίζεται ότι: “Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο κατέχει: α) βεβαίωση περί υποβολής δήλωσης έναρξης εργασιών της περίπτωσης αυτής παραγράφου 1 του άρθρου 36, β) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στο…ίο που επέχει θέση τιμολογίου, από τα οποία αποδεικνύονται οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που γίνονται σε αυτόν και ο φόρος με τον οποίο επιβαρύνθηκαν, γ) στο…ία από τα οποία αποδεικνύεται η εισαγωγή αγαθών από αυτόν, καθώς και ο φόρος, με τον οποίο επιβαρύνθηκαν τα αγαθά, δ) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στο…ίο που επέχει θέση τιμολογίου ή την περιοδική δήλωση της οικείας φορολογικής περιόδου, στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό στο…ίο, για τις πραγματοποιούμενες ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, καθώς και τις λήψεις υπηρεσιών για τις οποίες είναι ο ίδιος υπόχρεος στο φόρο, εφόσον οι πράξεις αυτές έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στο…ίων, ε) κυρωμένο αντίγραφο της έκτακτης περιοδικής δήλωσης ή της ειδικής δήλωσης της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 36, όπου προβλέπεται η καταβολή φόρου με τις δηλώσεις αυτές, από τις οποίες αποδεικνύεται η καταβολή του φόρου”. Με βάση τα ως άνω, συνάγεται ότι, για το θέμα που ενδιαφέρει στην ερευνώμενη υπόθεση, για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία όπως στη περίπτωση που τα ποσά των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος συνιστούν ζημία από αδικοπραξία. Σε περίπτωση μη επιδίκασης του ΦΠΑ για την ως άνω αιτία η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, κατά τις οποίες η αποζημίωση περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της παρούσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα τελούσε αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Ειδικώς σε περίπτωση βλάβης οχήματος, στη μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη (θετική ζημία) περιλαμβάνεται η αξία των ανταλλακτικών, το κόστος της εργασίας επισκευής αλλά και ο αναλογούν ΦΠΑ (ΑΠ 80/1999, ΑΠ 394/1997). Οι εταιρίες επισκευής αυτοκινήτων οφείλουν να εκδίδουν, ως έχουν υποχρέωση εκ του νόμου, φορολογικό στο…ίο στο οποίο αναγράφουν, πέραν της αξίας του κόστους των ανταλλακτικών και τις υπηρεσίες που παρέχουν και τον αναλογούντα ΦΠΑ. Με την πράξη αυτή υλοποιούν κατά νόμο τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις ρυθμίσεις των ΕΛΠ (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα) και του ΚΦΠΑ (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας). Ουδεμία όμως διάταξη νόμου προβλέπει να συμψηφίζεται ο ΦΠΑ της ζημίας ειδικά στην περίπτωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, όπως αναφέρθηκε, ως αυτόματη και άμεση συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος. Αυτός (ΦΠΑ) καταρχάς συνιστά ζημία του παθόντος και ο παθών θα συμψηφίσει το ποσό του ΦΠΑ με τον προς απόδοση φόρο του, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις από την ισχύουσα εκάστοτε φορολογική νομοθεσία που εξυπηρετεί ίδιο και αυτοτελή σκοπό, δηλαδή την είσπραξη των θεσμοθετημένων φόρων, που κείται όμως πέραν και ανεξαρτήτως της επίδικης ζημίας. Και αυτό διότι, ο συμψηφισμός του ΦΠΑ από το σε καθεστώς ΦΠΑ (ζημιωθέντα) στηρίζεται σε αυτοτελή λόγο κτήσεως (αυτοτελής παροχή) που απορρέει από το ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο του φορολογικού δικαίου με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός, προβλέπεται υπέρ του ζημιωθέντος και εξαρτάται από το νόμο εξαιτίας προγενέστερης επαγγελματικής του δραστηριότητας, η οποία είναι αυτόνομη και δεν συνέχεται με την ένδικη ζημία, αφού αναγνωρίζεται ως ωφέλεια στον ζημιωθέντα εξυπηρετώντας ίδιο σκοπό ανεξάρτητα και παράλληλα άρα σωρευτικά με τη ζημία και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται – αφαιρείται ως κέρδος κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης και ωφέλεια του παθόντος από τον συμψηφισμό του ΦΠΑ της ζημίας με τον προς απόδοση φόρο του. Τέλος, με το άρθρο 559 αριθ. 1α’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “…Συνεπεία του παραπάνω ατυχήματος προκλήθηκαν εκτεταμένες υλικές ζημίες, φθορές και βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου της ενάγουσας καθώς και στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος της δεξιάς πλευράς του εσωτερικού (καμπίνας επιβατών) του ιδίου οχήματος, έτους κυκλοφορίας 2016. Για την αποκατάστασή τους και δη για αγορά ανταλλακτικών και τις εργασίες τοποθέτησής τους, αλλά, επιπροσθέτως και για τον καθαρισμό του εσωτερικού χώρου, που απαιτήθηκε, η εφεσίβλητη – ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) δαπάνησε εννέα χιλιάδες τριακόσια ενενήντα εννέα ευρώ και πενήντα ένα λεπτά (9.399,51 ευρώ), και συγκεκριμένα: α) Στην εταιρία “….”, … κατέβαλε, δυνάμει του υπ’ αριθ. …-2015 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών/τιμολογίου-δελτίου αποστολής…για ανταλλακτικά-εξαρτήματα και εργασίες επισκευής δύο χιλιάδες επτακόσια εβδομήντα ένα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτά [2.771,68 ευρώ (2.271,68 ευρώ + 500 ευρώ)], πλέον του αναλογούντος, κατά ποσοστό 23% και ανερχόμενου σε εξακόσια τριάντα επτά ευρώ και σαράντα εννέα λεπτά (637,49 ευρώ)Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά τρεις χιλιάδες τετρακόσια εννέα ευρώ και δεκαεπτά λεπτά [3.409,17 ευρώ (2.771,68 ευρώ + 637,49 ευρώ)]. β) Στην ίδια εταιρία… κατέβαλε, δυνάμει του υπ’ αριθ. …-2016 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών/ τιμολογίου αποστολής – δελτίου αποστολής…για ανταλλακτικά-εξαρτήματα και εργασίες επισκευής δύο χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα οκτώ ευρώ και τριάντα δύο λεπτά [2.498,32 ευρώ (1.800,02 + 698,30)], πλέον του αναλογούντος, κατά ποσοστό 23% και ανερχόμενου σε πεντακόσια εβδομήντα τέσσερα ευρώ και εξήντα ένα λεπτά (574,61 ευρώ), Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά τρεις χιλιάδες εβδομήντα δύο ευρώ και ενενήντα τρία λεπτά [3.072,93 ευρώ (2.498,32 ευρώ + 574,61 ευρώ)]. γ) Στην αυτή ως άνω εταιρία…κατέβαλε, δυνάμει του υπ’ αριθ. …-2016 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών/τιμολογίου-δελτίου αποστολής… για ανταλλακτικά – εξαρτήματα και εργασίες επισκευής εξακόσια εννέα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά [609,88 ευρώ (309,88 ευρώ + 300 ευρώ)], πλέον του αναλογούντος, κατά ποσοστό 23%, και ανερχόμενου σε εκατόν σαράντα ευρώ και είκοσι επτά λεπτά (140,27 ευρώ), Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά επτακόσια πενήντα ευρώ και δεκαπέντε λεπτά [750,15 ευρώ (609,88 ευρώ + 140,27 ευρώ)]. δ) Στην εταιρία “…”…κατέβαλε, δυνάμει του υπ’ αριθ. …-2016 δελτίου αποστολής/τιμολογίου πώλησης αγαθών, για την αγορά είκοσι τεσσάρων (24) φύλλων κουρτίνας… το ποσό των χιλίων πεντακοσίων δώδεκα (1.512) ευρώ, πλέον του αναλογούντος κατά ποσοστό 23% και ανερχόμενου σε τριακόσια σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτά (347,76 ευρώ), Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά χίλια οκτακόσια πενήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτά [1.859,76 ευρώ (1.512 ευρώ + 347.76 ευρώ)]…Και ε) Στην Ε. Κ…. κατέβαλε για τον καθαρισμό του εσωτερικού χώρου (καμπίνας) του άνω τουριστικού λεωφορείου – πούλμαν, το ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, πλέον του αναλογούντος, κατά ποσοστό 23% και ανερχόμενου σε πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (57,50 ευρώ), Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά τριακόσια επτά ευρώ και πενήντα λεπτά [307,50 ευρώ (250 ευρώ + 57,50 ευρώ)]…”. Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη και τα εξής: “…η εκκαλούσα- εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα)με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε (σιωπηρά) την ένστασή της περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας ως προς το αιτούμενο από την εφεσίβλητη-ενάγουσα ποσό Φ.Π.Α. επί των τιμολογίων αγοράς ανταλλακτικών-επισκευής-αποκατάστασης των ζημιών του οχήματός της και, συνακόλουθα, δεν περιόρισε το κονδύλιο αυτό στο καθαρό ποσό των ως άνω δαπανών, χωρίς συνυπολογισμό και του κατά τα ανωτέρω κατά περίπτωση Φ.Π.Α. Και τούτο, όπως ειδικότερα υποστηρίζει με την ένστασή της αυτή, την οποία και επαναφέρει με τον άνω λόγο της έφεσής της, διότι η εφεσίβλητη – ενάγουσα είναι επιτηδευματίας – εμπορική εταιρία, δραστηριοποιούμενη στην παροχή υπηρεσιών με εκμετάλλευση του λεωφορείου της για τη μεταφορά προσώπων με κόμιστρο και, συνεπώς, καταχώρησε τα παραπάνω τιμολόγια ως έξοδα στα τηρούμενα από αυτήν λογιστικά βιβλία, όπως είχε υποχρέωση εκ του νόμου, με αποτέλεσμα τα ποσά που η τελευταία κατέβαλε, δυνάμει των εν λόγω παραστατικών, ως Φ.Π.Α., να συμψηφιστούν αυτόματα κατά τις κείμενες περί του Φ.Π.Α. διατάξεις, κατά την υποβολή της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α. με τα ποσά του συγκεκριμένου φόρου (Φ.Π.Α.) που η ίδια εισέπραξε από τους πελάτες της, από την άσκηση της δραστηριότητάς της και, έτσι η εφεσίβλητη-ενάγουσα δεν υπέστη ζημία αφού είτε απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο αυτά (τα οποία εισέπραξε από τη δραστηριότητά της) αντιστοίχως μειωμένα, είτε, στην περίπτωση που δικαιούτο επιστροφή Φ.Π.Α., απέκτησε απαίτηση για επιστροφή μεγαλύτερου αντιστοίχως ποσού. Η άνω ένσταση της εκκαλούσας-εναγομένης, ωστόσο, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκπτωσης του προαναφερόμενου φόρου (Φ.Π.Α.) που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του ν. 2859/2000 (περί Φ.Π.Α.), σύμφωνα με τις οποίες για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στον φόρο απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία, όπως στην προκείμενη περίπτωση που τα ποσά των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του βλαβέντος οχήματος της εφεσίβλητης-ενάγουσας συνιστούν ζημία αυτής από αδικοπραξία. Επιπροσθέτως, σε περίπτωση μη επιδίκασης του Φ.Π.Α. για την ως άνω αιτία, η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ (…). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε σιωπηρά την ως άνω ένσταση καθ’ ο μέρος αφορούσε στο πιο πάνω συνολικό κονδύλιο που αφορά στην επισκευή του λεωφορείου της εφεσίβλητης-ενάγουσας, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου, ο άνω σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος … Τέλος, από το άνω ποσό της επελθούσας ζημίας σε βάρος της εφεσίβλητης-ενάγουσας από τη συγκεκριμένη αιτία (στέρηση της χρήσης του δικού της λεωφορείου και μίσθωση άλλου για τις ανάγκες της), δεν πρέπει να αφαιρεθεί ο Φ.Π.Α. που αναλογούσε επί των καθαρών μισθωμάτων, που κατά τα ανωτέρω, η εφεσίβλητη-ενάγουσα κατέβαλε ως μισθώτρια, στην εκμισθώτρια Ε. Κ., και τούτο για τους ίδιους λόγους που και ανωτέρω αναφέρονται σε σχέση με το κονδύλιο της αποκατάστασης των βλαβών του λεωφορείου της εφεσίβλητης-ενάγουσας, ήτοι γιατί (προκείμενης αδικοπραξίας) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προϋποθέσεις έκπτωσης του Φ.Π.Α. και, επιπροσθέτως, σε περίπτωση αναγνώρισης του εν λόγω φόρου ως μέρους της αποζημίωσης, η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ανεπίτρεπτα ευνοϊκότερη.
Συνεπώς, ορθώς και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά με την εκκαλουμένη απόφασή του την ένσταση αυτή περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, που μη νομίμως προέβαλε πρωτοδίκως η εναγομένη, υποστηρίζοντας ειδικότερα, όπως και ανωτέρω σε σχέση με το κονδύλιο της αποκατάστασης των βλαβών του λεωφορείου της αντιδίκου της, ότι το ποσό αυτό η τελευταία φέρεται να κατέβαλε προς αντιμετώπιση των επαγγελματικών της υποχρεώσεων και προς άσκηση της επ…ιρηματικής της δραστηριότητας. Όσα, δε, ήδη περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα-εναγομένη, στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου της έφεσης, επαναφέροντας την ένστασή της αυτή, είναι αβάσιμα και απορριπτέα …”.Με βάση τις άνω παραδοχές, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, περί του ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αποζημιωθεί για τον Φ.Π.Α., που αναλογεί στις δαπάνες αγοράς ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του οχήματος ιδιοκτησίας της, και στις δαπάνες μίσθωσης άλλου οχήματος, λόγω στέρησης της χρήσης του οχήματος ιδιοκτησίας της, κατά το χρόνο επισκευής του, καθώς πρόκειται για εμπορική εταιρία, που συμψηφίζει τον καταβληθέντα Φ.Π.Α. για τη συντήρηση και επισκευή του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της και για τη μίσθωση άλλου οχήματος, λόγω στέρησης της χρήσης του δικού της, με τον Φ.Π.Α. που ως επιτηδευματίας-εμπορική εταιρία, δραστηριοποιούμενη στην παροχή υπηρεσιών με εκμετάλλευση του τουριστικού λεωφορείου της, εισπράττει και οφείλει να αποδώσει, απέρριψε δε τους δεύτερο και τέταρτο αντίστοιχους λόγους της από 11-3-2020 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι ο αναλογούν Φ.Π.Α. επί της απαιτηθείσας δαπάνης αγοράς ανταλλακτικών και εκτέλεσης εργασιών επισκευής του προαναφερθέντος οχήματος και μίσθωσης άλλου οχήματος, πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα εταιρία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του ΑΚ, και εκείνες των άρθρων 1, 2, 3, 4, 30 και 32 του ν. 2859/2000, αφού δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις έκπτωσης του φόρου Φ.Π.Α., που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του ν. 2859/2000 (περί Φ.Π.Α.), σύμφωνα με τις οποίες για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία, όπως εν προκειμένω, που οι δαπάνες των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του βλαβέντος οχήματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και οι δαπάνες μίσθωσης άλλου οχήματος, λόγω στέρησης της χρήσης του δικού της οχήματος κατά το χρόνο επισκευής του, συνιστούν ζημία αυτής από αδικοπραξία. Σε περίπτωση δε, μη επιδίκασης του Φ.Π.Α. για τις άνω αιτίες, η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ. Κατ’ ακολουθία ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στο…ίων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στο…ίων, δεν στο…ιοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση(ΑΠ 109/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β`του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι ” δεχθείσα ότι η καταβολή ΦΠΑ εκ μέρους της αντιδίκου για την επισκευή του αυτοκινήτου της μπορεί, έστω υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσει νόμιμη ζημία της, αφετέρου δε ότι η έκπτωση του ΦΠΑ για την αγορά εμπορευμάτων από επ…ίρηση που ασκεί εμπορία και τα προορίζει προς πώληση ή εκμετάλλευση, τελεί υπό την διακριτική ευχέρεια του επιτηδευματία και είναι δυνατόν να μην συντελεστεί για λόγους που δεν οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα “, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται, στο αναιρετήριο, ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 581/2018, ΑΠ 103/2017, ΑΠ 1775/2017, ΑΠ 153/2012). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και αυτή του άρθρου 300 του ΑΚ (ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας), αφού, με “ανεπαρκέστατη αιτιολογία” έκρινε αυτήν μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέτει, για τη θεμελίωσή του, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ένσταση ή η αγωγή, κρίθηκε μη νόμιμη, όπως στη προκείμενη περίπτωση. Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, στο…ίο β’, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα, σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Το ΔΕΕ έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης, που ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης, που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Τα δικαστήρια, δηλαδή, των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης (άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως, όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα, το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις, που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 948/2021, ΑΠ 423/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με το από 17-2-2023, κατατεθέν επί της έδρας, έγγραφο, υπέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτημα διατύπωσης προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), “1. Ο μηχανισμός έκπτωσης, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 168 επ. της οδηγίας 2006/112 και το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 2859/2000 (ΚΦΠΑ) έχει την έννοια ότι το ποσό του φόρου που επιβαρύνει τις δαπάνες επισκευής των οχημάτων, που ανήκουν σε επιτηδευματίες συνιστά ζημία και μείωση της περιουσίας τους, έτσι ώστε νόμιμα να ζητούν αυτοί/ές την περίληψη του ανωτέρω ποσού στην αποζημίωση που επιδιώκουν από τις ασφαλιστικές εταιρείες; 2. Δεδομένου ότι η αρχή της ουδετερότητας που διέπει τον ΦΠΑ έχει την έννοια: αφενός ότι η επιβολή του φόρου αυτού στα στάδια που προηγούνται της τελικής δεν πρέπει να καθορίζει αρνητικά ή θετικά την οικονομική θέση του επ…ιρηματία και την άσκηση των δραστηριοτήτων του, αφού υπόκειται μεν στο φόρο αλλά δεν τον οφείλει ο ίδιος, αφετέρου ότι αυτή αντανακλά στην ίση μεταχείριση των επ…ιρήσεων που δραστηριοποιούνται ως ανταγωνιστικές στην ίδια αγορά, έτσι ώστε, όσες προβαίνουν σε είσπραξη του ΦΠΑ δύο φορές μέσω δύο διαφορετικών διόδων (του μηχανισμού έκπτωσης και της ασφαλιστικής αποζημίωσης), ευρίσκονται σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών για λόγους που δεν συνδέονται με τις επ…ιρηματικές τους κινήσεις αλλά με τη φορολογική τους μεταχείριση, με αποτέλεσμα να προκληθούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό που αντίκεινται στην αρχή της φορολογικής ουδετερότητας; 3. Δεν αλλοιώνεται έτσι η ίδια η φύση και η λειτουργία του ΦΠΑ ως φόρου που μετακυλίεται από στάδιο σε στάδιο, αφού έτσι μετατρέπεται αυτός σε τμήμα της αξίας των προϊόντων και υπηρεσιών;”. Όμως, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 2859/2000 (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας) και της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ, ως προς τις οποίες σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες ως άνω διατάξεις (298, 914 του ΑΚ, ν. 4308/2014, ν. 1642/1986 και ν. 2836/2000), είναι πάγια η ερμηνεία και η νομολογία και επί των οποίων ερείδεται η ένδικη υπόθεση αποζημίωσης και δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ως προς τα παραπάνω τιθέμενα από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ζητήματα, η επίλυση των οποίων δεν είναι αναγκαία ούτε καθοριστική για την παρούσα υπόθεση. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει λόγος υποβολής ερωτήματος στο ΔΕΕ, σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα, τα οποία τίθενται από την αναιρεσείουσα. Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5152/684/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 6771/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



