NOMIKA ΘΕΜΑΤΑ

Προβληματικές του εγκλήματος του βιασμού (ΠΚ 336)


Του Νίκου Αντωνάκη,

Η αναφορά και μόνο της λέξης «βιασμός» είναι αρκετή για να προκαλέσει στον κάθε άνθρωπο εύλογο φόβο και τρόμο. Πράγματι, δε θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίζαμε τον τελευταίο ως «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», αφού ο δράστης χρησιμοποιεί το θύμα ως άβουλο μέσο για την ικανοποίηση, πολλές φορές, των γενετήσιων ορμών του ή και για τον εξευτελισμό του. Το έγκλημα του βιασμού προσβάλλει στον πυρήνα της την προσωπική ελευθερία του ανθρώπου, όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος), υπό την ειδικότερη μορφή της ως γενετήσια ελευθερία, την επιλογή δηλαδή του αν, πότε, με ποιον και με τι τρόπο θα λάβει χώρα μια γενετήσια πράξη από ένα άτομο.

«Γενετήσια πράξη» συνιστά δε, κατά το άρθρο 336 παρ. 2 ΠΚ, «η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις», όπως ο ετεροαυνανισμός, το πρωκτικό σεξ κ.ο.κ. Κάθε, με άλλα λόγια, πράξη που εμπεριέχει διείσδυση ή άμεση επίδραση ίση με αυτή της γενετήσιας πράξης στο σώμα του παθόντος υπάγεται στην έννοια γένους της γενετήσιας πράξης, και, αν συγκεντρώνει τα εξαναγκαστικά μέσα της παρ. 1 του άρθρου 336 ή, πάντως, χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναίνεσης του θύματος κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, μετατρέπεται πλέον στο έγκλημα του βιασμού.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: geralt

Όσο, πάντως, απλός και αν ακούγεται ο παραπάνω ορισμός, τόσο περίπλοκος αποδεικνύεται στην πράξη, αφού όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και σήμερα αναδεικνύονται νέα προβλήματα σχετικά με την υπαγωγή ή μη σε αυτών ορισμένων πράξεων. Ειδικότερα, υπό το καθεστώς του παλαιότερου Ποινικού Κώδικα, ο βιασμός δεν προϋπέθετε πράξη γενετήσια, αλλά «ασελγή». Κατά την έννοια που της απέδιδε ο Άρειος Πάγος (ενδεικτικά, ΑΠ 1669/87), ασελγής θεωρούνταν «κάθε πράξη, η οποία αντικειμενικώς μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή την διέγερση της γενετησίου ορμής».

Ο ορισμός αυτός από τη νομολογία δεν ήταν εσφαλμένος, αφού πράγματι αυτό το περιεχόμενο προσλαμβάνει η έννοια της ασελγούς πράξεως. Παρόλα αυτά, η χρήση αυτής της ορολογίας από τον νομοθέτη προκάλεσε ποικίλα προβλήματα. Και ιδού η εξήγηση: από τη μία, έφθανε κανείς στο σημείο να ονομάζει βιασμό πράξεις μειωμένης βαρύτητας σε σχέση με μία συνουσία, όπως ένα φιλί ή ένα άγγιγμα στους μηρούς, αφού και αυτές προσβάλλουν το αίσθημα της αιδούς και των ηθών, όταν τελούνται λ.χ. δημόσια και χωρίς την ξεκάθαρη συναίνεση του θύματος και μπορούν προφανώς να κατευθύνονται στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας ορμής του δράστη. Φυσικά, κάτι τέτοιο είναι μεν κοινωνικά και νομικά κατακριτέο και αντιμετωπίζεται με άλλες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ 337), όμως δεν μπορεί κανείς να φθάνει στο άλλο άκρο και να το κατονομάζει βιασμό, ο οποίος σε κάθε περίπτωση πρέπει να εμπεριέχει συνουσία ή τουλάχιστον μια πράξη παρόμοια με αυτήν. Από την άλλη πλευρά, η υποκειμενική αυτή απαίτηση από μέρους του δράστη («ικανοποίηση ή διέγερση της γενετησίου ορμής») στένευε πάρα πολύ τα περιθώρια και κατέληγε κανείς στο σημείο να μην υπάγει στο έγκλημα του βιασμού πράξεις αυξημένης βαρύτητας που ενείχαν σοβαρή προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος.

Έτσι, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την απόφαση 64/2019 έκρινε ότι δεν τέλεσε βιασμό ο πατέρας μαθήτριας που, όταν εκείνη αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, θεώρησε υπεύθυνο τον 18χρονο φίλο της και, έτσι, τον εξανάγκασε με απειλές για τη ζωή του να κατεβάσει το παντελόνι του σπρώχνοντας ύστερα ένα αγγούρι στον πρωκτό του αγοριού, παρά την αντίθεσή του, με παράλληλη βιντεοσκόπηση της πράξης αυτής. Κατά το δικαστήριο, δε στοιχειοθετείται το έγκλημα του βιασμού αφού «σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να μειώσει τον 18χρονο ως προσωπικότητα, ως άνθρωπο, να τον εξευτελίσει και να τον εκδικηθεί», αλλά, πάντως, καταλήγει, δεν τέλεσε την πράξη αυτή «για την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του». Μόνη η απόφαση αυτή είναι αρκετή για να φανεί το άτοπο, στο οποίο οδηγούσε η χρήση του όρου της ασελγούς πράξης από τον νομοθέτη. Με νεότερη τροποποίηση, πάντως, του Ποινικού Κώδικα, θεσμοθετήθηκε η έννοια της «γενετήσιας πράξης», αντί της ασελγούς, και πλέον δεν ενδιαφέρει κανένα υποκειμενικό κίνητρο του δράστη. Ο βιασμός προσβάλλει πάντοτε αντικειμενικά τη γενετήσια ελευθερία του ανθρώπου και η προσβολή αυτή αρκεί για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα του άρθρου 336 ΠΚ.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: Anemone123

Παρά, πάντως, τις όποιες αλλαγές που επήλθαν, τα προβλήματα ερμηνείας της διάταξης εξακολουθούν να υπάρχουν. Έτσι, ενώ το άρθρο 336 παρ. 1 απαιτεί για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του βιασμού, μεταξύ άλλων, την «απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας», αναρωτιέται κανείς τι συμβαίνει σε παρεμφερείς περιπτώσεις που δεν υπάγονται στην έννοια της απειλής όπως αυτή αναλύεται στο κείμενο του νόμου.

Έτσι, αν σήμερα ο Α εξαναγκάσει τη Β να τελέσει μαζί του συνουσία, προκειμένου να μη δημοσιοποιήσει γυμνές φωτογραφίες της με αποτέλεσμα να επιτύχει τον εγκληματικό του σκοπό, γίνεται φανερό ότι η πράξη του μόνο στη νομοτυπική μορφή του άρθρου 336 παρ. 4 θα μπορούσε να υπαχθεί (έλλειψη συναίνεσης της παθούσας) και να επισύρει έτσι και μειωμένη ποινή. Η λύση αυτή δε φαίνεται, ωστόσο, ικανοποιητική, δεδομένου ότι ναι μεν η απειλή του Α δε στρέφεται άμεσα εναντίον της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας της Β, δεν παύει, όμως, να συνιστά μια εξαναγκαστική συμπεριφορά που στοχεύει να πλήξει τον πυρήνα της ψυχικής της ακεραιότητας. Σε τελική ανάλυση, δε φαίνεται να υπάρχει κάποια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις δύο απειλές, ώστε να δικαιολογείται και η διαφορετική ποινική τους μεταχείριση. Εξάλλου, δεν πρόκειται για διασταλτική ερμηνεία του νόμου, αφού και στο κεφάλαιο για τις σωματικές βλάβες, ως σωματική ακεραιότητα, νοείται τόσο η σωματική όσο και η ψυχική: πρόκειται για δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Αμφισβήτηση έχει υπάρξει και ως προς μία άλλη μορφή συμπεριφοράς: εκείνη κατά την οποία ο ερωτικός σύντροφος αφαιρεί κατά τη διάρκεια της συνουσίας το προφυλακτικό του εκμεταλλευόμενος την άγνοια της συντρόφου του. Βάση εκκίνησης κάθε σκέψης περί ποινικοποίησης ή μη αυτής της συμπεριφοράς πρέπει να αποτελεί η συναίνεση του παθόντος. Εξάλλου, η έλλειψη αυτής είναι που μετατρέπει μία ποινικά αδιάφορη γενετήσια πράξη σε έγκλημα. Όσοι αντιμάχονται την υπαγωγή αυτής της πράξης στη διάταξη του βιασμού (συγκεκριμένα στην 336 παρ. 4 ΠΚ) ισχυρίζονται ότι ο τελευταίος δε στοιχειοθετείται καν, αφού υπάρχει αρχική συγκατάθεση ως προς την τέλεση της συνουσίας. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό, αφενός διότι η εξαναγκαστική συμπεριφορά στο βιασμό δεν απαιτείται να υπάρχει εξαρχής, αλλά μπορεί να προκύψει και εκ των υστέρων, κατά τη διάρκεια δηλαδή της συνουσίας, από τη στιγμή που το θύμα εκδηλώνει αντίθεση βούληση, αφετέρου δε, καθώς η συναίνεση έχει δοθεί για την τέλεση της συνουσίας στην αρχική της μορφή, στην κατάσταση δηλαδή που τη γνώριζε το θύμα. Η δημιουργία πλάνης στην παθούσα δεν πρέπει να λογίζεται ως συγκατάθεση.

Πηγή εικόνας: pixabay.com / Δικαιώματα χρήσης: Alexas_Photos

Με τη λογική αυτή, αν οι Α και Β αποφασίσουν να τελέσουν συνουσία με κλειστά φώτα και κατά τη διάρκεια αυτής ο Α αλλάξει κρυφά ρόλους με τον Γ, εν αγνοία της Β, δεν υπάρχει βιασμός, αφού η Β συναίνεσε στη συνουσία ούτως ή άλλως. Φυσικά, όμως, μία τέτοια άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ας μη λησμονείται ότι η έννοια της γενετήσιας ελευθερίας εμπεριέχει και την ελευθερία των μέσων τέλεσης μιας γενετήσιας πράξης. Από τη στιγμή που ο δράστης αφαιρεί το προφυλακτικό εν αγνοία της συντρόφου του, αμφισβητεί την ελευθερία της να προβεί σε ασφαλή συνουσία (δεδομένων μάλιστα και των ολοένα αυξανόμενων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων), πόσο μάλλον αν έχει προηγηθεί και ρητή άρνηση της τελευταίας. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να υπαχθεί στη νομοτυπική μορφή του άρθρου 336 παρ. 4 ΠΚ λόγω έλλειψης συναίνεσης του θύματος και να χαρακτηριστεί έτσι ως βιασμός.

Φυσικά, υπάρχουν, εκτός των παραπάνω, και άλλες διαφωνίες ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του εγκλήματος του βιασμού ή την υπαγωγή συμπεριφορών στις τελευταίες. Αυτές, ωστόσο, που αναλύθηκαν, αποτελούν τις κυριότερες. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, μία νομική διάταξη θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των κοινωνικών εξελίξεων που τη συνοδεύουν, είτε αυτό αποβαίνει εις όφελος είτε εις βάρος του όποιου δράστη. Ειδάλλως, μένει γράμμα κενό.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ελισάβετ Συμεωνίδου – Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 5η έκδοση, 2023
  • Νίκος Παρασκευόπουλος, Ευτύχης Φυτράκης, Αξιόποινες Σεξουαλικές Πράξεις, Άρθρα 336 – 353 Νέου ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2η αναθεωρημένη έκδοση, 2021

 

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button