ΠολιτικήΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑκοινωνικάΚΟΣΜΟΣΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Μάχη της Κρήτης: Ο «τάφος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών» και ο μύθος του «αήττητου Άξονα» που καταρρίφθηκε [pics]

Αναδημοσίευση https://www.onalert.gr/

Η Μάχη της Κρήτης αποτελεί την τελική πράξη του αγώνα των ελληνικών στρατευμάτων κατά των δυνάμεων του Άξονα σε ελληνικό έδαφος, πριν από την ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας και, ταυτόχρονα, μία από τις πιο ένδοξες και παράδοξες μάχες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Από τις αρχές του πολέμου, η Κρήτη βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των δύο αντίπαλων συμμαχιών, αφού, λόγω της στρατηγικής της θέσης, συνιστούσε εξαίρετη βάση αεροναυτικών επιχειρήσεων προς κάθε κατεύθυνση και παράλληλα, εξασφάλιζε στον κάτοχό της τον έλεγχο όλων των θαλάσσιων συγκοινωνιών στη Μεσόγειο.

Η νήσος απασχόλησε σοβαρά τον Χίτλερ πολύ πριν η Γερμανία εκδηλώσει έμπρακτα τις προθέσεις της κατά της Ελλάδας. Πίστευε ότι καταλαμβάνοντας την Κρήτη θα εξασφάλιζε μία ταχεία επιτυχία στην Ανατολική Μεσόγειο και ότι η επίθεση  έπρεπε να γίνει με αεραποβατική ενέργεια.

MAXI TIS KRITIS GES 3

Για την Ελλάδα, η διατήρηση της ελευθερίας του νησιού είχε τεράστια ηθική και πολιτική σημασία, αφού μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής χώρας αποτελούσε μοναδική βάση συγκέντρωσης των αποσυρόμενων στρατευμάτων.

Την ευθύνη ασφάλειας της Κρήτης, μετά από τη σύμφωνη γνώμη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, είχε αναλάβει η Βρετανία προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα της στη Μέση Ανατολή. Τον Απρίλιο του 1941, τη Διοίκηση των Δυνάμεων Κρήτης ανέλαβε ο Διοικητής της 2ας Νεοζηλανδικής Μεραρχίας, Υποστράτηγος Φρέυμπεργκ.

 

Δίχως απαιτούμενη οργάνωση, με ελλιπή μέσα πυρός, υποτυπώδη αντιαεροπορική άμυνα και μηδενική αεροπορική υποστήριξη, η στρατιωτική δύναμη του νησιού (βρετανικά, αυστραλιανά και νεοζηλανδικά στρατεύματα,  συμπεριλαμβανομένων της δύναμης της Σχολής Χωροφυλακής Ρεθύμνου και 300 Ευέλπιδων) ανερχόταν περίπου σε 43.000 άνδρες.

Με βάση τη σπουδαιότητα και την ευπάθεια των στρατηγικών σημείων της νήσου, οι Δυνάμεις κατανεμήθηκαν στους Τομείς Μάλεμε, Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου έχοντας ως αποστολή την άμυνα της νήσου, απαγορεύοντας στον εχθρό τη χρησιμοποίηση των αεροδρομίων και λιμένων της.

MAXI TIS KRITIS GES 9

Από την πλευρά της Γερμανίας, στις 25 Απριλίου 1941 εκδόθηκε η «υπ` αριθμ. 28» διαταγή γενικών κατευθύνσεων με τη συνθηματική ονομασία «ΕΡΜΗΣ» (επιχείρηση κατάληψης της Κρήτης). Οι γερμανικές δυνάμεις, που θα αναλάμβαναν την επιχείρηση αποτελούντο από έναν στόλο 1.370 αεροσκαφών, 70 πλοία, και φυσικά, από το επίλεκτο στρατιωτικό σώμα ( Fallschirmjäger, αερομεταφερόμενες Δυνάμεις της  Luftwaffe) του Γ΄ Ράιχ, δυνάμεως 22.700 ανδρών.

MAXI TIS KRITIS GES 5

Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε την 20η Μαΐου 1941 σε τρεις τομείς: Χανίων – Μάλεμε, Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Παρά τον σφοδρό βομβαρδισμό των κυριότερων αεροδρομίων, λιμανιών και πόλεων του νησιού, τα πρώτα γερμανικά τμήματα σχεδόν αποδεκατίστηκαν.

Όμως, η αποτυχημένη βρετανική αντεπίθεση για ανακατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε και του υψώματος 107, τα οποία είχαν περιέλθει στη γερμανική κατοχή τη νύχτα της 21ης Μαΐου, μετέστρεψε την κατάσταση υπέρ του αντιπάλου.

MAXI TIS KRITIS GES 2

Η πρωτοβουλία περιήλθε πλέον στους Γερμανούς, οι οποίοι συνεχώς ενισχύονταν με νέες αεραποβάσεις. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Μαΐου, ο Διοικητής των συμμαχικών Δυνάμεων Κρήτης κοινοποίησε το σχέδιο εκκενώσεως, το οποίο προέβλεπε αποχώρηση του όγκου των Δυνάμεων από τις περιοχές των Σφακιών.

Το βράδυ της 31ης Μαΐου εγκατέλειψαν τις ακτές των Σφακίων και τα τελευταία βρετανικά τμήματα.  Μέχρι το τέλος του μήνα ολοκληρώθηκε η κατάληψη του νησιού παρά τη σθεναρή άμυνα των βρετανοελληνικών δυνάμεων και την αντίσταση σύσσωμου του κρητικού λαού, ο οποίος αναδείχθηκε σε απρόβλεπτο και καθοριστικό παράγοντα του αγώνα. Μεγάλης σημασίας, επίσης, ήταν η εθελοντική συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις ενός τμήματος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (300 πρωτοετείς ευέλπιδες).

MAXI TIS KRITIS GES 4

Συνοπτικά, τα στοιχεία εκείνα που έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της Γερμανίας ήταν:

  • τα σημαντικά κενά στην αμυντική οργάνωση του νησιού,
  • η απουσία του φυσικού υπερασπιστή της νήσου, Vης  Μεραρχίας Κρήτης, η οποία βρισκόταν αποκλεισμένη στην ηπειρωτική Ελλάδα,
  • η έλλειψη επικοινωνιών που έπαιξε καθοριστικό αρνητικό ρόλο στην περιοχή Μάλεμε,
  • η παντελής έλλειψη οργάνωσης και εξοπλισμού της πολιτοφυλακής και
  • η απόλυτη αεροπορική κυριαρχία των Γερμανών.

MAXI TIS KRITIS GES 7

Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι παρά την αρνητική της έκβαση, η Μάχη της Κρήτης κατάφερε ένα ισχυρό πλήγμα στη γερμανική στρατιωτική μηχανή. Το επίλεκτο σώμα των Αλεξιπτωτιστών (το οποίο μέχρι πρότινος είχε επιτύχει σημαντικά κατορθώματα με μικρό κόστος), αιφνιδιαζόμενο από την αντίσταση που επέδειξε ο λαός της Κρήτης, υπέστη τεράστιες απώλειες.

MAXI TIS KRITIS GES 6

Η Κρήτη έγινε «ο τάφος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών», όπως άλλωστε αναγκάστηκε να ομολογήσει και ο Διοικητής του XI Γερμανικού Σώματος Αεροπορίας, Αντιπτέραρχος Στούντεντ και η αφορμή για τον μετέπειτα παροπλισμό τους.

Στη Μάχη της Κρήτης, συνετρίβη ένα από τα πολυτιμότερα όπλα του Χίτλερ, καταρρίφθηκε ο μύθος του αήττητου των Δυνάμεων του Άξονα και μπήκαν οι βάσεις για την ανατροπή των στρατηγικών σχεδίων της Γερμανίας.

Πηγή και φωτογραφίες: Γενικό Επιτελείο Στρατού

Αναδημοσίευση https://www.onalert.gr/

ΔΙΑΒΑΣΤΕ  ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΣΤΗ https://el.wikipedia.org/

Μάχη της Κρήτης (Γερμανικά Luftlandeschlacht um KretaUnternehmen “Merkur”) ονομάζεται η επιχείρηση κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και συγκεκριμένα από το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, όταν ξεκίνησε η αεραπόβαση των Γερμανών με συνθηματικό όνομα «Unternehmen Merkur» (Επιχείρηση Ερμής) εναντίον του νησιού, ως την 1η Ιουνίου. Με την επιχείρηση αυτή οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το νησί από τις αγγλοελληνικές συμμαχικές δυνάμεις, ωστόσο αυτή τους η επιτυχία κόστισε τόσο πολύ ώστε να μην επιχειρήσουν ξανά άλλη αεροπορική έφοδο της ίδιας κλίμακας κατά τη διάρκεια του πόλεμου[1].

Σήμερα, η μάχη της Κρήτης θεωρείται η πρώτη μεγάλη αεραποβατική επιχείρηση και παραμένει μοναδική στο ότι ο κύριος αντικειμενικός σκοπός κατελήφθη εξ ολοκλήρου από αέρος[2]. Η μάχη θεωρείται επίσης πολύ σημαντική για τους Κρητικούς, λόγω της αναπάντεχης σθεναρής αντίστασης που πρόβαλλαν εναντίον των αριθμητικά ανώτερων Γερμανών και του μεγάλου τιμήματος που είχε η επίθεση, και η επακόλουθη κατοχή, στον πληθυσμό του νησιού.

Πρόλογος

Η Κρήτη βρισκόταν στα σχέδια των Βρετανών από τα πρώτα στάδια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Απρίλιο του 1940 οι Αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων εξέτασαν το ενδεχόμενο κατάληψης της νήσου σε περίπτωση εισόδου στον πόλεμο της Ιταλίας, η οποία έως τότε κρατούσε ουδέτερη στάση. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους με την διαφαινόμενη κατάρρευση της Γαλλίας, συμμάχου του Ηνωμένου Βασιλείου, και την είσοδο τελικά της Ιταλίας στον πόλεμο, οι Βρετανοί έθεσαν ως στρατηγικούς στόχους στην ανατολική Μεσόγειο να μην πέσει η Κρήτη στα χέρια των Ιταλών και να εξουδετερωθούν οι ιταλικές δυνάμεις στα Δωδεκάνησα. Παράλληλα εξασφάλισαν τη συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης να καταλάβουν την Κρήτη και τη Μήλο σε περίπτωση που η Ελλάδα δεχόταν επίθεση από την Ιταλία.[3] Οι Γερμανοί είχαν επίσης επισημάνει αρκετά νωρίς τη σπουδαιότητα της γεωγραφικής θέσης της Κρήτης. Στις 25 Οκτωβρίου 1940 ο αντιστράτηγος Φραντς Χάλντερ, αρχηγός του γενικού επιτελείου του στρατού ξηράς, ανέφερε ότι η κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο εξαρτιόταν από την κατάληψη της Κρήτης και ότι ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό θα ήταν η εισβολή από αέρος, ενώ ο Άλφρεντ Γιοντλ, αρχηγός του επιτελείου επιχειρήσεων της Ανώτατης Διοίκησης Ενόπλων Δυνάμεων, είχε προτείνει την κατάληψή της από τους Ιταλούς, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Βρετανών. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους στη Φλωρεντία, ο Χίτλερπρόσφερε στον Μουσολίνι μια αερομεταφερόμενη μεραρχία και μια μεραρχία αλεξιπτωτιστών για αυτόν τον σκοπό.[4]

Όταν άρχισε η ένταση με την Ιταλία, αρκετούς μήνες πριν την ιταλική εισβολή, η ελληνική κυβέρνηση εκπόνησε αμυντικά σχέδια και έλαβε μέτρα για την απόκρουση ενδεχόμενης ιταλικής επίθεσης στο νησί. Η άμυνα της Κρήτης ήταν έργο της 5ης Μεραρχίας Πεζικού,[5] της Μεραρχίας Κρητών, δύναμης 22.000 ανδρών. Αποτελούνταν από 3 συντάγματα πεζικού, το 14ο, το 43ο και το 44ο που βρίσκονταν στα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, καθώς και το 5ο Σύνταγμα Πυροβολικού που ήταν εγκατεστημένο στον όρμο της Σούδας. Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ελληνική κυβέρνηση κάλεσε τους Βρετανούς να αναλάβουν την άμυνα της Κρήτης και μετέφερε την 5η Μεραρχία στο μέτωπο της Ηπείρου, με εξαίρεση κάποιες μονάδες του εφοδιασμού και τη Χωροφυλακή.[6]

Η άμυνα της Κρήτης πέρασε στην ευθύνη του βρετανικού Αρχηγείου της Μέσης Ανατολής, με έδρα το Κάιρο και επικεφαλής τον στρατηγό Άρτσιμπαλντ Ουέηβελ. Ωστόσο η Κρήτη αποτελούσε χαμηλή προτεραιότητα για τους Βρετανούς στρατιωτικούς. Το φθινόπωρο του 1940 ήταν ακόμα ανοικτό το ενδεχόμενο γερμανικής εισβολής στο νησί τους και είχαν να αντιμετωπίσουν τους γερμανικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς και τον υποβρυχιακό πόλεμο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής, που πολεμούσε εναντίον των Ιταλών στη Λιβύη και την Ανατολική Αφρική, ήταν επιφορτισμένο με την άμυνα ενός εκτεταμένου μετώπου που περιλάμβανε την Αίγυπτο, το Σουδάν, την Παλαιστίνη, την Υπεριορδανία, την Κύπρο, τη Βρετανική Σομαλιλάνδη, το Άντεν, το Ιράν και την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ο ανεφοδιασμός του γινόταν με νηοπομπές που έκαναν τον περίπλου της Αφρικής και διαρκούσαν 6 εβδομάδες. Ο Ουέηβελ δεν μπορούσε να αναπτύξει νοτιοαφρικανικά στρατεύματα παρά μόνο στο μέτωπο της Ανατολικής Αφρικής, ενώ για τη χρησιμοποίηση νεοζηλανδικών και αυστραλιανών μονάδων χρειαζόταν την έγκριση των κυβερνήσεων των χωρών αυτών.[7] Αντίστοιχα μεγάλες ελλείψεις εξοπλισμού και εφοδιασμού υπήρχαν στην αεροπορία και το ναυτικό. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ, σε σύσκεψη επιτελών στο Λονδίνο, ζήτησε να σταλούν στην Κρήτη 2 ταξιαρχίες, να κατασκευαστούν αεροδρόμια και να μετατραπεί ο όρμος της Σούδας σε βάση ανεφοδιασμού του βρετανικού στόλου της Μεσογείου.[8]

Οι πρώτες δυνάμεις που στάλθηκαν στο νησί ήταν, στις 31 Οκτωβρίου, ένα τάγμα πεζικού στον κόλπο της Σούδας και ακόμη 2.500 άνδρες που αφίχθησαν στις 6 Νοεμβρίου, εξοπλισμένοι με αντιαεροπορικά πυροβόλα. Πρώτος διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη ήταν ο ταξίαρχος Ορντ Τίντμπουρι.[9]

Γένεση και προετοιμασία της επιχείρησης Ερμής

250px Bundesarchiv Bild 101I 166 0508 31%2C Kreta%2C Vormarsch deutscher Fallschirmj%C3%A4ger
Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην μάχη της Κρήτης

Οι Γερμανοί, αφού πραγματοποίησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, 6-30 Απριλίου 1941 το κύριο μέρος της αποστολής τους, δηλαδή την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας, άρχισαν αμέσως και προπαρασκευάζονται για την κατάκτηση της Κρήτης. Η εισβολή των Γερμανών έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύντομα και κατά τρόπο κεραυνοβόλο, για να συνεχίσουν τα κατακτητικά τους σχέδια προς Ρωσία, Μάλτα και Κύπρο[10]. Την πρόταση για εισβολή από αέρος στην Κρήτη έκανε, στον αρχηγό της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας, Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, δημιουργός της μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και διοικητής του 11ου Αεροπορικού Σώματος. Οι δυό τους επισκέφτηκαν τον Χίτλερ στις 21 Απριλίου 1941, ο οποίος εξέφρασε επιφυλάξεις προβλέποντας μεγάλες απώλειες και προτείνοντας τη χρησιμοποίηση των αλεξιπτωτιστών για την κατάκτηση της Μάλτας. Ωστόσο έδωσε την έγκρισή του για την επιχείρηση, που ονομάστηκε Ερμής, εκδίδοντας την υπ’ αριθμό 28 Διαταγή γενικών Επιχειρήσεων, στις 25 Απριλίου 1941.[11] Η διοίκησή της ανατέθηκε στον Γκαίρινγκ, ο σχεδιασμός και η διεξαγωγή της στον πτέραρχο Αλεξάντερ Λερ, διοικητή του 4ου Αεροπορικού Στόλου[12]. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος περιλάμβανε το 11ο και το 8ο Αεροπορικό Σώμα. Το 11ο Αεροπορικό Σώμα αποτελούνταν από τις μονάδες που θα πολεμούσαν στο έδαφος, την 7η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών και την 22η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία. Το 8ο Αεροπορικό Σώμα περιλάμβανε 550 βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά αεροσκάφη. Επίσης, είχε στη διάθεσή του δέκα σμηναρχίες μεταγωγικών αεροσκαφών από τις οποίες οι εννέα θα μετέφεραν τους αλεξιπτωτιστές και μία θα ρυμουλκούσε ανεμοπλάνα των μονάδων εφόδου.[13] Η επιχείρηση Ερμής ήταν η πρώτη αποστολή που επρόκειτο να φέρει σε πέρας μόνη της η πολεμική αεροπορία.[14]

Κατά τον σχεδιασμό της επιχείρησης είχαν εκπονηθεί δυο σενάρια. Το πρώτο, το οποίο υποστηριζόταν από τον Λερ, προέβλεπε την απόβαση μόνο στο δυτικό μέρος του νησιού, από το αεροδρόμιο του Μάλεμε έως τα Χανιά, ενώ στη συνέχεια θα γινόταν προώθηση προς τα ανατολικά. Το σενάριο αυτό εξασφάλιζε τη συγκέντρωση δυνάμεων σε ένα μόνο σημείο και κατά συνέπεια γερμανική κυριαρχία τόσο στο έδαφος όσο και στον αέρα. Τα μειονεκτήματά του ήταν ότι παρατεινόταν η διάρκεια της επιχείρησης, τα στρατεύματα θα έπρεπε να ανεφοδιάζονται από αέρος, άφηνε τα άλλα δυο αεροδρόμια της Κρήτης στη διάθεση των αντιπάλων, ενώ ήταν αμφίβολη η δυνατότητα του διαδρόμου προσγείωσης στο Μάλεμε να εξυπηρετήσει τόσο μεγάλη κίνηση. Το δεύτερο σενάριο, το οποίο υποστηριζόταν από τον Στούντεντ, προέβλεπε την ταυτόχρονη επίθεση σε επτά σημεία, με σκοπό να πέσουν αμέσως στα χέρια των αλεξιπτωτιστών οι μεγάλες πόλεις και τα αεροδρόμια. Αυτό όμως θα είχε ως συνέπεια τη διάσπαση την λιγοστών γερμανικών δυνάμεων και θα καθιστούσε ευχερή την εξόντωσή τους. Ο Στούντεντ επιθυμούσε επίσης να μην υπάρξουν προπαρασκευστικοί βομβαρδισμοί ώστε να αιφνιδιαστούν οι αμυνόμενοι. Στο παράτολμο αυτό σχέδιο ήταν αντίθετος ο διοικητής του 8ου Αεροπορικού Σώματος, Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν, καθώς το Σώμα του δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει επαρκώς τις επίγειες δυνάμεις. Ο ίδιος επιθυμούσε να προηγηθεί της απόβασης τετραήμερος αεροπορικός βομβαρδισμός με σκοπό την καταστροφή των εχθρικών αεροσκαφών, πλοίων, αντιαεροπορικών πυροβόλων και του επικοινωνιακού δικτύου.[15]

Τελικά αποφασίστηκε η πραγματοποίηση επίθεσης σε τέσσερα σημεία, στο Μάλεμε, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Η επίθεση θα γινόταν σε δύο κύματα, καθώς δεν επαρκούσαν τα μεταγωγικά αεροσκάφη για ταυτόχρονη επίθεση. Το πρώτο κύμα θα εξαπολυόταν στις 07:15 το πρωί και αποτελούνταν από δύο ομάδες. Η ομάδα Κομήτης θα έπρεπε να καταλάβει τον διάδρομο προσγείωσης του Μάλεμε και να τον διατηρήσει ανοικτό ώστε να είναι δυνατή η προσγείωση γερμανικών αεροσκαφών. Το πρώτο κλιμάκιο της ομάδας Άρης θα καταλάμβανε την πόλη των Χανίων και το λιμάνι της Σούδας. Το δεύτερο κύμα θα εξαπολυόταν στις 15:15 το απόγευμα, αποτελούμενο επίσης από δύο ομάδες. Το δεύτερο κλιμάκιο της ομάδας Άρης θα καταλάμβανε το Ρέθυμνο και τον διάδρομο προσγείωσης της περιοχής. Τέλος η ομάδα Ωρίων θα καταλάμβανε την πόλη και το αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Την κατάληψη του τελευταίου θα ακολουθούσε προσγείωση αερομεταφερόμενων μονάδων οι οποίες μαζί με τους αλεξιπτωτιστές θα κινούνταν προς τα Χανιά και θα κύκλωναν το σύνολο των αμυνόμενων. Το 8ο Αεροπορικό Σώμα θα παρείχε, τελικά, αεροπορική υποστήριξη στην επιχείρηση.[16] Την δεύτερη μέρα της επιχείρησης, δύο στολίσκοι αποτελούμενοι από επιταγμένα πλοία, εξήντα τρία μηχανοκίνητα καΐκια και επτά μικρά φορτηγά, θα απέπλεαν από τα Μέγαρα και τη Χαλκίδα μεταφέροντας ενισχύσεις, εφόδια και υποζύγια. Ο πρώτος στολίσκος θα είχε προορισμό τον κόλπο της Σούδας ή τα Χανιά και ο δεύτερος το Ηράκλειο. Μετά την κατάληψη του Ηρακλείου, θα αναχωρούσε από τον Πειραιά ένας τρίτος στολίσκος από μεγαλύτερα ακτοπλοϊκά σκάφη που θα μετέφερε ελαφρά τεθωρακισμένα και μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς. Για την προστασία των στολίσκων, το ιταλικό πολεμικό ναυτικό διέθεσε δύο παλαιές τορπιλακάτους. Το σχέδιο μεταφοράς από τη θάλασσα είχε προστεθεί, ως ασφαλιστική δικλίδα, κατόπιν επιμονής του Χίτλερ.[17]

Η προετοιμασία της επιχείρησης Ερμής συνάντησε πολλές οργανωτικές δυσκολίες που οφείλονταν στο φτωχό οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο των Βαλκανίων καθώς και στον ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο προετοιμασίας, λόγω της επερχόμενης γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος είχε ήδη μεταφέρει προς ανατολάς μεγάλο τμήμα του προσωπικού εδάφους, των πυρομαχικών και των αεροσκαφών του.[18] Η 22η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, η οποία βρισκόταν στη Ρουμανία, ήταν αδύνατον να μεταφερθεί εγκαίρως στην Ελλάδα. Αντικαταστάθηκε από την 5η Ορεινή Μεραρχία η οποία είχε πάρει μέρος στην κατάληψη της Ελλάδας και στρατοπέδευε στη Χαλκίδα. Εξαιτίας των σοβαρών απωλειών της στις μάχες στη στενωπό του Ρούπελ, η 5η Ορεινή Μεραρχία ενισχύθηκε με ένα τμήμα ορεινού συντάγματος από άλλη μεραρχία.[19] Για τον εφοδιασμό με καύσιμα των μεταγωγικών αεροσκαφών έπρεπε να μεταφερθούν από την Ιταλία, με δύο ατμόπλοια, 12.000 τόνοι καυσίμων. Καθώς, για λόγους ασφαλείας, έπρεπε να διέλθουν από τη διώρυγα της Κορίνθου, κλήθηκαν βατραχάνθρωποι του πολεμικού ναυτικού από το Κίελο, για την καθαρίσουν. Η καθυστέρηση αυτή οδήγησε στη μετάθεση της έναρξης της επιχείρησης Ερμής από τις 17 στις 20 Μαΐου.[20] Για την εξυπηρέτηση ενός τόσο μεγάλου αριθμού αεροσκαφών, οι Γερμανοί, μέσα σε λίγες εβδομάδες είχαν καθαρίσει, επεκτείνει και κατασκευάσει εκ νέου διαδρόμους απογείωσης, χρησιμοποιώντας ανηλεώς καταναγκαστική εργασία πολιτών.[21]

Ο ιταλικός στρατός αρχικά απωθήθηκε από τους Έλληνες, στην συνέχεια όμως η γερμανική επέμβαση ανέτρεψε τα δεδομένα. Μετά την επιτυχή γερμανική εισβολή, το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, με τη συνδρομή οποιουδήποτε πλωτού μέσου ήταν διαθέσιμο στα ελληνικά λιμάνια εκείνη τη στιγμή, απομάκρυνε 57.000 συμμάχους στρατιώτες από την ηπειρωτική Ελλάδα. Από αυτούς, αρκετοί κατέληξαν στην Κρήτη, όπου ενίσχυσαν την υπάρχουσα στρατιωτική δύναμη των 14.000 ανδρών[εκκρεμεί παραπομπή].

Στην πραγματικότητα, στην αρχή της μάχης οι Σύμμαχοι είχαν το πλεονέκτημα της αριθμητικής ανωτερότητας και της ναυτικής υπεροχής. Οι Γερμανοί είχαν αεροπορική υπεροχή και μεγαλύτερη κινητικότητα, κάτι που τους επέτρεπε να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους πιο αποτελεσματικά.

Συμμαχικές Δυνάμεις

Τον Μάιο του 1941 η άμυνα αποτελείτο από περίπου 11.551 Έλληνες: τρία τάγματα της V Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού, (τα οποία είχαν μείνει πίσω όταν η υπόλοιπη μονάδα είχε μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την ιταλική εισβολή), την Κρητική Χωροφυλακή με 2.500 άνδρες, τη Φρουρά Ηρακλείου (τάγμα άμυνας που αποτελούνταν κυρίως από προσωπικό για μεταφορές και διοικητική μέριμνα) και υπολείμματα της 12ης και 20ης μεραρχιών ελληνικού στρατού ( που είχαν καταφύγει στην Κρήτη και είχαν οργανωθεί υπό βρετανική διοίκηση)[22].

Υπήρχαν, ακόμη, μαθητές της Σχολής Οπλιτών Χωροφυλακής, οι μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, τμήμα Οπλιτών της Αεροπορίας και οκτώ τάγματα νεοσυλλέκτων που είχαν καταφύγει στο νησί, μέσω Πελοποννήσου[23]. Αυτές οι δυνάμεις ήταν ήδη οργανωμένες σε ισάριθμα συντάγματα εκπαιδευομένων νεοσυλλέκτων και αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί η υπάρχουσα διαμόρφωση για την οργάνωση των ελληνικών μονάδων, ενισχύοντάς τες με έμπειρους άνδρες που έφθαναν από την ηπειρωτική χώρα.

Τα στρατεύματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας αποτελούνταν από την αρχική βρετανική φρουρά και 25.000 ακόμα στρατιώτες που είχαν διαφύγει από την ηπειρωτική χώρα[εκκρεμεί παραπομπή]. Αυτοί ήταν ένα μίγμα από ακέραιες μονάδες κάτω από την κανονική τους διοίκηση και μονάδες συγκροτημένες επί τόπου από στρατιώτες κάθε όπλου, εθνικότητας και ειδικότητας. Οι περισσότεροι από αυτούς διέφυγαν από την ηπειρωτική Ελλάδα με τον ατομικό τους μόνον εξοπλισμό, μερικοί χωρίς καν αυτόν.

Οι μονάδες που υπεράσπιζαν το νησί ήταν η 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία (εκτός από την 6η ταξιαρχία και την διοίκηση του τμήματος, που είχε σταλεί στην Αίγυπτο), η αυστραλιανή 19η ταξιαρχία και η βρετανική 14η ταξιαρχία πεζικού. Στη Νεοζηλανδική Μεραρχία, δίπλα στα εννέα της τάγματα, εντάχθηκαν τά 1ο, 2ο,  6ο και 8ο Ελληνικά Συντάγματα και το Έμπεδο Χανίων, στη 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία με τα δύο της τάγματα εντάχθηκαν τα 4ο, 5ο Συντάγματα του Ελληνικού Στρατού, τό Έμπεδο Ρεθύμνου και τό Τάγμα Οπλιτών της Σχολής Χωροφυλακής.Τέλος στα 3 Βρετανικά, ένα Αυστραλιανό καί ένα Σκωτσέζικο τάγματα της 14ης Βρετανικής Ταξιαρχίας εντάχθηκαν τα 3ο και 7ο Συντάγματα του Ελληνικού Στρατού και το Έμπεδο Ηρακλείου[24].

Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν στη διάθεσή τους 16 άρματα μάχης τύπου Cruiser Mk I. Υπήρχαν ακόμα περίπου 20 μοίρες με πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων, κυρίως βαρέα, πεδινά και αντιαεροπορικά. Πολλά από τά πεδινά ήταν ιταλικά που είχαν περιέλθει σε ελληνικά χέρια και δεν διέθεταν στόχαστρα βομβαρδισμού. Γενικά, οι αμυνόμενοι μειονεκτούσαν σοβαρά σε θέματα εξοπλισμού, αφού ο οπλισμός, τα πυρομαχικά και τα άλλα εφόδια βρίσκονταν πολύ κάτω από τις απαραίτητες ποσότητες, ενώ δεν υπήρχε καθόλου συμμαχική αεροπορία.

Στις 30 Απριλίου, ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ διορίστηκε διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη.

Η κατοχή του νησιού παρείχε στο βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό άριστα λιμάνια για την ανατολική Μεσόγειο. Με βάση τη Σούδα δρούσαν δύο στόλοι: Ένας με δύο καταδρομικά και 4 αντιτορπιλλικά για να απαγορεύσει αποβάσεις στην Κρήτη από τη θάλασσα και ένας με δύο θωρηκτά και οκτώ καταδρομικά με αποστολή την προστασία του νησιού από τον Ιταλικό Στόλο[25]. Από την Κρήτη, η συμμαχική αεροπορία μπορούσε να βομβαρδίσει τις πετρελαιοπηγές του Πλοϊέστι στη Ρουμανία. Επιπλέον, με την Κρήτη σε συμμαχικά χέρια, η νότιο-ανατολική θέση των δυνάμεων του Άξονα δεν θα ήταν ποτέ ασφαλής, κάτι που θα ήταν ζωτικής σημασίας πριν ξεκινήσει η επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, δηλαδή η εισβολή στη Σοβιετική Ένωση στις 22 Ιουνίου 1941. Οι Γερμανοί πραγματοποίησαν επιχειρήσεις με συνεχείς βομβαρδισμούς του νησιού, κάτι που τελικά ανάγκασε τη βρετανική Βασιλική Αεροπορία να μεταφέρει τα αεροσκάφη της στην Αλεξάνδρεια, δίνοντας έτσι στη Γερμανική Αεροπορία (Luftwaffe) την αεροπορική υπεροχή. Παρόλα αυτά το νησί παρέμενε απειλή και θα έπρεπε τελικά να κατακτηθεί.

 

Related Articles

Back to top button